Τετάρτη, 15 Νοεμβρίου 2017

Περί Ακαδημαϊκών Γενεαλογιών

Του Άγγελου Παλιουδάκη
Μεταφρασμένο από το Αγγλικό πρωτότυπο
Angelos Palioudakis

Πηγή:


Αρχαίοι σοφοί
σε βυζαντινή μικρογραφία


Εισαγωγή του μεταφραστή


Θεωρούμε την επιστήμη σαν κάτι απρόσωπο και αντικειμενικό, αλλά όλοι μας ξέρουμε πόσο έχουν επηρεάσει το έργο μας οι δάσκαλοί μας. Άσχετα αν δεν θέλουμε να το παραδεχτούμε

Η Μάθηση είναι Προσωπική Σχέση, πιο πολύ από Μελέτη. Γιατί με την προσωπική αυτή σχέση Μαθητή - Δασκάλου, αποκτάμε τη νοοτροπία, τον τρόπο, την μέθοδο, την ψυχολογία της έρευνας, που δεν διαφαίνεται πάντα στο τελικό αποτέλεσμα ενός επιστημονικού έργου.
Όλα ξεκίνησαν, λέμε, από την αρχαιότητα. Θεωρητικά. Γιατί πρακτικά, η γραμμή αυτή διακόπηκε. Οι τελευταίοι αρχαίοι “σοφοί” δεν άφησαν μαθητές. Και βάζω το “σοφοί” σε εισαγωγικά γιατί δεν είναι άμοιροι ευθυνών γι αυτήν την διακοπή στη Μάθηση. Το κλείσιμο των φιλοσοφικών σχολών της Αθήνας είναι η κορυφή του παγόβουνου. Τι έγινε με τις σχολές της Αλεξάνδρειας ή της Αντιόχειας; Της Ρώμης;
Αναρωτιέμαι μάλιστα αν ποτέ υπήρξε αυτή η διακοπή. Πρώτον, έχουμε γραμμή Ιεραρχών που ξεκίνησε από αυτούς που σπούδασαν την Αθήνα και την Αλεξάνδρεια.  Εκκλησιαστικά κείμενα, άλλωστε (οι περίφημοι ”αφορισμοί”) αποδείχνουν έμμεσα πως αυτή η διδασκαλία συνεχίστηκε, αν και δεν μπορούμε να την προσωποποιήσουμε. Ακόμα. Ουδέποτε απαγορεύτηκε η διδασκαλία της αρχαίας σοφίας για εκπαιδευτικούς λόγους στο Βυζάντιο. Απαγορεύτηκε η διδασκαλία της αρχαίας θρησκείας. (δες εδώ). Παρακμή όμως αυτών των σπουδών φυσικά και υπήρξε, μέχρι τον 11ο αιώνα.
Μολοντούτο, οι Ακαδημαϊκές σπουδές και πάλι ξεκίνησαν στο Βυζάντιο, και από εκεί εξαπλώθηκαν στη Δύση. Και αυτό, πια, δεν είναι θεωρητικό ή υποθετικό κατασκεύασμα ή εικασία. Υπάρχουν πλέον, συγκεκριμένες, Ακαδημαϊκές, Πανεπιστημιακές σχέσεις Δάσκαλου - Μαθητή, Καθηγητή - Φοιτητή, μερικές από τις οποίες θα δούμε αμέσως.


Σημειώνω πως η εικονογράφηση έγινε με επιμέλεια του μεταφραστή.

Δημήτρης Σκουρτέλης



Θεόδωρος Μετοχίτης.
Μαθηματικός,
αστρονόμος
και προστάτης των τεχνών



Περί

Ακαδημαϊκών

Γενεαλογιών.



Του Άγγελου Παλιουδάκη


Τις τελευταίες εβδομάδες προετοίμαζα την διπλωματική εργασία μου και, ευρισκόμενος στα αρχικά στάδια, αποφάσισα να χαρτογραφήσω την Ακαδημαϊκή γενελογία του επιβλέποντος καθηγητή μου, που είναι ο Ακαδημαϊκός εγγονός του Ίμρε Λάκατος. Αλλά τι είναι η Ακαδημαϊκή Γενεαλογία;


Ένα Ακαδημαϊκό γενεαλογικό δέντρο καταχωρεί αλυσίδες Ακαδημαϊκής μαθητείας, δηλαδή τις συνδέσεις μεταξύ Καθηγητή και Φοιτητή. Αυτές οι μαθησιακές αλυσίδες (ή δίκτυα) μπορούν να παρομοιαστούν με ένα οικογενειακό γενεαλογικό δέντρο.


Διογένης Λαέρτιος


Παρά το γεγονός πως η καταχώρηση σε αυτό το ιδιαίτερο είδος οικογενειακού δέντρου ήταν δημοφιλής στους αρχαίους ιστορικούς των ιδεών Διογένης Λαέρτιος στο έργο του: Βίοι και γνώμαι των εν φιλοσοφία ευδοκιμησάντων και των εκάστη αιρέσει αρεσκόντων εν επιτόμω συναγωγή” δίνει ένα καλό παράδειγμα αρχαίου κειμένου που παρουσιάζει εξαντλητικούς καταλόγους των μαθητών καθενός από τους επιφανείς Έλληνες φιλοσόφους) έχει εγκαταλειφθεί από το κύριο σώμα των ιστορικών των ιδεών τους 20ου αιώνα. Το ενδιαφέρον αναζωπυρώθηκε τα τελευταία χρόνια με την  εμφάνιση διαφόρων διαδικτυακών συστημάτων καταχώρησης (Σχέδιο Μαθηματικών Γενεαλογιών, περ. 1997, Ακαδημαϊκό Οικογενειακό Δέντρο, Φιλοσοφικό Οικογενειακό Δέντρο) που προσπαθεί, ομαδικά να ενημερώσει τα δίκτυα των σχέσεων των σπουδών.

Το πρόβλημα με τέτοια διαδικτυακά ερευνητικά σχέδια, όμως είναι πως το περιεχόμενό τους καθορίζεται κατά πολύ από τους χρήστες, και, αντίθετα με την Βικιπαίδεια, δεν υπάρχουν κατευθυντήριες αρχές που να εξασφαλίζουν την αξιοπιστία και την σχετικότητα του περιεχόμενού τους. Στην ουσία, αυτό σημαίνει πως δεν υπάρχουν παραπομπές σε αξιόπιστες πηγές που να υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς που εμφανίζονται σε αυτούς τους ιστότοπους, οπότε, πολλές καταχωρήσεις επιβαρύνονται με αναχρονισμούς και ανακρίβειες.

Η εντρύφηση στην Ακαδημαϊκή Γενεαλογία βοηθά στο να αποκτήσουμε σημαντική εσωτερική γνώση στο θέμα της Ιστορίας των Ιδεών, βλέποντας ορισμένες καθοριστικές συνδέσεις που είναι αρχικά αόρατες, αλλά πολύ εύγλωττες όσον αφορά την σταθερότητα και τις διακυμάνσεις των ιδεών.

Καλώς ή κακώς, δεν μπορούμε να πάμε πιο πίσω από τον 11ο αιώνα. (Την αρχή του ώριμου Μεσαίωνα) Το πρώτο Δυτικό Πανεπιστήμιο, αυτό της Βολωνίας, ιδρύθηκε το 1088, ενώ τα πρώτα ενδελεχή Βυζαντινά Ακαδημαϊκά Τμήματα, Το Νομικό και Φιλοσοφικό τμήμα του Πανεπιστήμιου της Κωνσταντινούπολης δημιουργήθηκαν περίπου το 1046 (την χρονιά που το Πανεπιστήμιο αυτό αναμορφώθηκε ή επανιδρύθηκε) Ο Ιωάννης ο VIII Ξιφιλίνος    ήταν ο πρώτος διευθυντής του Νομικού τμήματος του πανεπιστήμιου της Κωνσταντινούπολης και πιθανά ο Πατέρας της σύγχρονης Νομολογίας. Ο Μιχαήλ Ψελλός ήταν ο πρώτος διευθυντής του Φιλοσοφικού τμήματος. Μετά την Άλωση, ακολούθησε ένα κύμα Βυζαντινών μεταναστών στην Δυτική Ευρώπη, οπότε η γραμμή της Ακαδημαϊκής μαθητείας μεταφέρθηκε από την Ανατολή στην Δύση.

Από την αρχή του Πρώιμου Μεσαίωνα (5ος αιώνας) μέχρι την εμφάνιση του Δυτικού Σχολαστικισμού (περίπου 1100)  οι μόνοι που διέθεταν υψηλή μόρφωση, τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση  ήταν ορισμένοι αδέσποτοι σχολιαστές (όπως ο Ιωάννης ο Φιλόπονος) και θεολόγοι (όπως ο Αυγουστίνος Ιππώνος,  Μάξιμος ο Ομολογητής και Ιωάννης ο Δαμασκηνός) αλλά και Πάπες (σαν τον Γρηγόριο Α’ ) Αρχιεπίσκοποι (σαν τον Λέοντα τον Μαθηματικό, Αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης  και διευθυντή του αναμορφωμένου Πανεπιστήμιου της Κωνσταντινούπολης και τον Ανσέλμο τον Αρχιεπίσκοπο του Καντέρμπουρι) Οικουμενικοί Πατριάρχες (Σαν τους Γρηγόριο τον Ναζιανζηνό, Ιωάννη Χρυσόστομο και Ιωάννη VII Ξιφιλίνο -που έγινε Οικουμενικός Πατριάρχης αφού αποσύρθηκε από το Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης)


Ο Μάξιμος Πλανούδης


Ώστε, πριν τον 11 ο αιώνα δεν υπήρχε κανονική ακαδημαϊκή γενεαλογία απλά μια γενεαλογία Χριστιανών θρησκευτικών ηγετών που ανάγονταν πιθανά (Κατά τις παραδοσιακές αφηγήσεις της Ανατολικής και της δυτικής Εκκλησίας) στους Δώδεκα Απόστολους. Καμία προ Χριστού ακαδημαϊκή γενεαλογία δεν επιβίωσε πέρα από τον πρώιμο Μεσαίωνα. Αφού η ένθερμη Πλατωνική Ακαδημία (ο τελευταίος σοβαρός ακαδημαϊκός θεσμός της Κλασικής αρχαιότητας που επιβίωσε πέραν της Ύστερης Αρχαιότητας) έκλεισε το 529 από την θεοκρατική Βυζαντινή κυβέρνηση, οι τελευταίοι ακαδημαϊκοί διασκορπίστηκαν παντού στον κόσμο χωρίς να αφήσουν διαδόχους που να μπορούν να ανιχνευθούν εύκολα μετά από μερικές γενιές.
Έτσι, οι Ακαδημαϊκές Γενεαλογίες θα έπρεπε να αναγεννηθούν τον 11ο αιώνα ώστε να είναι δυνατή η συνέχιση της μαθητείας από τον Ακαδημαϊκό “πατέρα” ή “μητέρα” στον “γιο” ή την “κόρη”. (*)

Χωρίς άλλη καθυστέρηση, λοιπόν, σας παρουσιάζω την δικιά μου Ακαδημαϊκή Γενεαλογία. (Παρέλειψα τις παραπομπές για να ενθαρρύνω τον αναγνώστη να κάνει την δικιά του έρευνα είτε στο βιβλιοπωλείο του, είτε στα βιβλία του Google.)

Ιωάννης VIII Ξιφιλίνος >> Μιχαήλ Ψελλός >> Ιωάννης Ιταλός >> Ευστάθιος Νικαίας >> Άννα Κομνηνή >> Στέφανος Σκυλίτζης >> Θεόδωρος Πρόδρομος >> Νικηφόρος Βλεμμύδης >> Γεώργιος Ακροπολίτης >>Γεώργιος Παχυμέρης >> Μάξιμος Πλανούδης >> Μανουήλ Βρυέννιος >> Θεόδωρος Μετοχίτης >> Γρηγόριος Παλαμάς >> Νείλος Καβάσιλας >> Δημήτριος Κυδώνης >> Γεώργιος Πλήθων Γεμιστός >> Βασίλειος Βησσαρίων >>  Johannes Regiomontanus >> Domenico Maria Novara >> Nicolaus Copernicus >> Georg Joachim Rheticus >> Johann Hommel >> Valentin Thau >> Valentin Steinmetz >> Christoph Meurer >> Philipp Müller >> Erhard Weigel >> Gottfried Wilhelm Leibniz >> Christian von Wolff >> Conrad Gottlieb Marquardt >> Johann Gottlieb Fichte >> Immanuel Hermann Fichte >> Christian Hermann Weisse >> Hermann Lotze >> James Ward >> George Edward Moore >> Richard Braithwaite >>Imre Lakatos


Σχετική εικόνα

Γρηγόριος Παλαμάς


Σημειώσεις περί των “απογόνων” του Ιωάννη Ξιφιλίνου:

Ο Μανουήλ Βρυέννιος ήταν επίσης ο Ακαδημαϊκός δισέγγονος του Nasir al-Din al-Tusi ((Nasir al-Din al-Tusi >> Shams ad-Din Al-Bukhari >> Γρηγόριος Χιονιάδης > > Μανουήλ Βρυέννιος)
Ο τελευταίος, ήταν ο Ακαδημαϊκός παππούς του Κοπέρνικου, και ο πρόγονος του Gottfried Wilhelm Leibniz.  
Ο Αργυρόπουλος ήταν πιθανά ένας από του Δασκάλους του Ντα Βίντσι.
Ο Λάσκαρης ήταν δάσκαλος του Budé, Ακαδημαϊκού πρόγονου του Hermann von Helmholtz που, με την σειρά του ήταν ο ακαδημαϊκός πρόγονος των Wilhelm Wundt και Karl Popper. Ο Johannes Regiomontanus ήταν επίσης ο πέμπτος στην σειρά Ακαδημαϊκός παππούς του Nicolas Oresme.

(Duns Scotus >> William of Ockham > > Jean Buridan >> Nicolas Oresme > Heinrich von Langenstein >> Johannes von Gmunden >> Georg von Peuerbach >> Johannes Regiomontanus).

Ο Erhard Weigel ήταν, πιθανά, το πρώτο άτομο που απέκτησε ποτέ ένα πτυχίο  PhD.

Ορισμένοι γνωστοί μαθηματικοί όπως οι Euler, Lagrange, Poisson, Fourier, Dirichlet, Kronecker, Hilbert, Minkowski, Connes, έχουν τους ίδιους Βυζαντινούς Ακαδημαϊκούς προγόνους μέσω του Leibniz. Διότι ο Leibniz ήταν σύμβουλος δι' αλληλογραφίας όχι μόνο του Wolff, αλλά και του Jacob Bernoulli,του Ακαδημαϊκού πρόγονου των προαναφερθέντων.

Η μόνη μακρινή Ακαδημαϊκή συμβουλευτική σχέση μεταξύ όσων ανέφερα εδώ, ήταν μεταξύ του Leibniz και του Wolff.

Οι μαθητές του Johann Hommel  περιλάμβαναν τον Tycho Brahe που ήταν Ακαδημαϊκός σύμβουλος του Johannes Kepler.

Ο  Johann Gottlieb Fichte συνάντησε τον Immanuel Kant στις 4 Ιουλίου του 1791. Ο Kant αργότερα θα ενστερνιστεί την εργασία του Fichte ως εν δυνάμει “Καντιανική”.

Ο Johann Gottlieb Fichte ήταν πατέρας του Immanuel Hermann Fichte.
Έως τον Lakatos, που είχε τουλάχιστον πέντε σημαντικούς μαθητές, οι άλλοι δεν απέκτησαν παρά ελάχιστους σημαντικούς απόφοιτους.


Η μελέτη του Ευστάθιου Θεσσαλονίκης
πάνω στα Ομηρικά Έπη
παραμένει αξεπέραστη
Παραθέτω επίσης μια δευτερεύουσα Ακαδημαϊκή γενεαλογία, αν πρέπει να ανιχνεύσω την καταγωγή ενός από τους Επιβλέποντες στην διπλωματική μου εργασία που είναι ο Ακαδημαϊκός εγγονός της Elizabeth Anscombe.

Niccolò Tartaglia >> Ostilio Ricci >> Galileo Galilei >> Vincenzo Viviani >> Isaac Barrow >> Isaac Newton >> Roger Cotes >> Robert Smith >> Walter Taylor >> Stephen Whisson >> Thomas Postlethwaite >> Thomas Jones >> Adam Sedgwick >> William Hopkins >> Edward John Routh >> Alfred North Whitehead >> Edward John Routh >> Alfred North Whitehead >> Bertrand Russell >> Ludwig Wittgenstein >> Elizabeth Anscombe.

Υποσημειώσεις στον κατάλογο των Ακαδημαϊκών απογόνων του Niccolò Tartaglia

Ο Niccolò Tartaglia ήταν ένας τυπικός επιστήμονας της Αναγέννησης που εργάζονταν εκτός Πανεπιστημίου, αυτοδίδακτος μαθηματικός που από τα 18 του άρχισε να ζει διδάσκοντας μαθηματικά επιχειρήσεων.
Άλλοι ακαδημαϊκοί απόγονοι του Adam Sedgwick περιλαμβάνουν τους: William Thomson (Lord Kelvin), George Gabriel Stokes, Arthur Cayley, Francis Galton, James Clerk Maxwell, John Strutt (Lord Rayleigh), Jagadish Chandra Bose, J. J. Thomson, Arthur Eddington, Ernest Rutherford, W. V. D. Hodge, Michael Atiyah, Nigel James Hitchin, Edward Witten, and Simon Donaldson.

Ο Bertrand Russell διδάχθηκε από τους Alfred North Whitehead και James Ward. Ο James Ward εμφανίζεται στον κατάλογο των Ακαδημαϊκών απογόνων του Ιωάννη Ξιφιλίνου μια που ήταν μαθητής του Lotze. (Δες παραπάνω)


Angelos Palioudakishttps://clewlesspassages.wordpress.com/2017/11/09/18/



(*) Σημείωση Δημήτρη Σκουρτέλη:

Ωστόσο οι Πατέρες της Εκκλησίας τόσο του 2ου έως και του 4ου αιώνα, σαν τον Αριστείδη τον Φιλόσοφο, τον Κλήμη Αλεξανδρείας ή τον Ιωάννη Χρυσόστομο είχαν μαθητεύσει στις φιλοσοφικές Σχολές της Αθήνας, της Αντιόχειας και της Αλεξάνδρειας ενώ η συγκέντρωση φιλοσόφων πέριξ του Αυτοκρατορικού θρόνου στην Κωνσταντινούπολη την ίδια εποχή δέον να θεωρηθεί είδος πρώιμου Πανεπιστήμιου.
Ιδιαίτερη, αν και ανάλογη μορφή βέβαια είναι η Αυτοκράτειρα Ειρήνη η Αθηναία.

Η παρακμή της Σχολής της Αθήνας είχε και ενδογενή αίτια. Οι τελευταίοι φιλόσοφοι παρίσταναν τους θεουργούς και τους Μάντεις, έκαναν ...θαύματα, και στόχευαν στο οικονομικό κέρδος, συγκρουόμενοι μεταξύ τους για την άγρα των μαθητών που έφταναν στον Πειραιά από όλον τον κόσμο, όπως περιγράφει ο Ευνάπιος. Πράγματι ο Ψελλός δηλώνει πεντακάθαρα πως η γραμμή Δασκάλου - μαθητή είχε διακοπεί, αν και μαρτυρεί πως υπήρχαν διάφοροι, στους οποίους ο ίδιος μαθήτευσε, που ισχυρίζονταν, αναποτελεσματικά όμως, πως κατείχαν τις διδασκαλίες των παλαιότερων. Δείτε εδώ )

Τετάρτη, 18 Οκτωβρίου 2017

Γ. ΚΟΡΔΗ “Περί μεθόδου” (της Βυζαντινής αγιογραφίας)

Γ. ΚΟΡΔΗ
“Περί μεθόδου”
(της Βυζαντινής αγιογραφίας)
Ο Γ. Κόρδης επί το έργον.

Εισαγωγή - σχόλιο από τον Δημήτρη Σκουρτέλη.

Τον προηγούμενο αιώνα είχαμε το πρωτοφανές φαινόμενο να ασχολούνται ένα σωρό θεολογούντες (κληρικοί και κοσμικοί) με την Βυζαντινή Ορθόδοξη Αγιογραφία και να θέτουν κανόνες σε αυτήν οι οποίοι κατά πλειοψηφία ουδέποτε είχαν γραφτεί ή έστω παραδοθεί. Ακόμα πιο σημαντικό είναι πως ενώ η ίδια η Εκκλησία, με Συνοδικές αποφάσεις, είχε ήδη χαράξει έναν δρόμο ουσιαστικής ελευθερίας στους αγιογράφους, επεμβαίνοντας ελάχιστα στο έργο τους, αυτό, ανατράπηκε στις μέρες μας, μια που αυτή η ελευθερία μετατράπηκε σε μια σειρά αυθαίρετα διατυπωμένους κανόνες από παράγοντες που δεν είχαν και δεν έχουν  κανένα κύρος σε αυτόν τον τομέα, και καμία καλλιτεχνική παιδεία. Η κατάσταση έχει φτάσει ορισμένες φορές, σε φαινόμενα υστερίας.
Καιρός λοιπόν να μιλήσουν οι ειδικοί. Αυτοί που όλη τους την ζωή μελετούν την Τέχνη της βυζαντινής αγιογραφίας και έχουν σπάσει τη μέση τους στην σκαλωσιά. Και δεν υπάρχει ειδικότερος από τον Γεώργιο Κόρδη, έναν καλλιτέχνη και θεωρητικό με σπάνια προσόντα. (δείτε το βιογραφικό του εδώ)
Δεν μπαίνει θέμα δημιουργίας κάποιων κανόνων. (πάλι) Χορτάσαμε. Ούτε καν θέμα συμφωνίας απόψεων. Η Μέθοδος, αυτό το ιερό εργαλείο, τόσο άγνωστο στην Ελλάδα, δηλαδή ο τρόπος προσέγγισης του ζητήματος μας ενδιαφέρει.
Καιρός να μιλήσουν οι ειδικοί, και οι άμεσα ενδιαφερόμενοι, δηλαδή οι δημιουργοί και οι θεωρητικοί της Τέχνης.
(Ο Γ. Κόρδης είναι και τα δύο)

Γεωργίου Κόρδη
ΠΕΡΙ ΜΕΘΟΔΟΥ ΛΟΓΟΣ ΜΙΚΡΟΣ Ι.

Η Παράδοση στην Εκκλησία είναι σώμα που ο πυρήνας του, η ουσία του παραδόθηκε από τον ίδιο το Χριστό, είναι ο ίδιος ο Χριστός, αλλά η περι-ουσία του δομήθηκε μέσα στους αιώνες, αυξήθηκε με τη χάρη του Θεού και το φωτισμό του αγίου Πνεύματος και όπως κάθε σώμα μεγάλωσε και θα μεγαλώνει.
Ασφαλώς απαιτούνται πολλές διακρίσεις αν επιχειρήσει κανείς να προχωρήσει πέρα από το σημείο αυτό κι αν προσπαθήσει να εξειδικεύσει.
Μιλώντας για τέχνη , που μας αφορά, μπορούμε να πούμε πως η παράδοση στην εκκλησιαστική τέχνη έχει μακρά ιστορία που πρέπει όλη να τη σεβαστούμε και να μην απορρίπτουμε τίποτα απ᾽όσα έγιναν. Πρέπει όμως να μάθουμε και να την διαβάζουμε με σωστές προϋποθέσεις και κυρίως με καλή μέθοδο.
Δε γίνεται δηλαδή να δεχόμαστε μονάχα την τέχνη μέχρι τον 12 αι, όπως κάνουν πολλοί σήμερα αγιογράφοι και θεωρητικοί της Β. τέχνης σε κάποιες χώρες της ανατολικής Ευρώπης, ούτε να δεχόμαστε ως ορθή μονάχα την τέχνη του Πανσέληνου, όπως κάνουν κάποιοι Θεσσαλονικείς, ούτε φυσικά να δεχόμαστε μονάχα τον Θεοφάνη και την κρητική αγιογραφία. Και φυσικά δεν γίνεται να απορρίπτουμε ως αιρετική την εικονογραφική παραγωγή μετά το 17 ο αι. ως δήθεν νατουραλιστική και αρα μη ορθόδοξη.
Απο τη στιγμή που η Εκκλησία ως σώμα (Σύνοδος Οικουμενική) δεν καθόρισε τρόπο για την απόδοση των εικόνων δεν γίνεται να απορριφθεί κάποια εικόνα με κριτήριο τεχνοτροπικό. Με κριτήριο τη διατήρηση των υποστατικών μορφών μπορεί μια εικόνα να κριθεί και να απορριφθεί.
Όμως δεν είναι αρκετό να δεχτούμε όλη την εικονογραφική παραγωγή και την ιστορία της. Το μεγάλο πρόβλημα είναι το πως την διαβάζουμε και τι συμπεράσματα βγάζουμε ώστε να μπορούμε να συνεχίσουμε την παράδοση αυτή. Γιατί μπορεί η αυθεντικότητα μιας εικόνας να μην κρίνεται απο την τεχνοτροπία της αλλά το περι-ουσιακό αυτό στοιχείο δεν είναι αμελητέο και αδιάφορο. Ειναι περι-ουσία αρα πλούτος.
Πως λοιπόν διαβάζουμε την εικόνα και την ιστορία της και πώς συμπεραίνουμε ώστε να έχουμε ως εκκλησιαστικό σώμα το πνεύμα και το ηθος της παράδοσης και να συνεχίζουμε να εμπλουτίζουμε την παράδοση;
Δεν επιδιώκω ασφαλώς να απαντήσω με τις λίγες αυτές σκέψεις σε ενα τέτοιο ερώτημα. Απλώς θέλω να θέσω το ζήτημα της μεθόδου.
Το απέραντο αυτό εικονογραφικό υλικό πώς το κοιτάζουμε, πως το ταξινομούμε, πώς το αξιολογούμε αν πρέπει να το αξιολογούμε καν; Αυτό είναι το ερώτημα.
Συχνά οι ιστορικοι της τέχνης δεν ασχολούνται με τέτοιου ειδους ερωτήματα και δεν είναι ισως υποχρεωμένοι να το κάνουν. Οι εικονογράφοι όμως είναι αναγκασμένοι να το κάνουν. Κι αυτό γιατί όταν καλούνται να ζωγραφίσουν , ακόμη κι οταν απλώς αντιγράφουν, οφείλουν αν εχουν κριτήριο και να ξέρουν πως να κάνουν και την παραμικρή αλλαγή επάνω στα εικονίσματα.
Αρα εμεις ως ζωγράφοι-δημιουργοί που λειτουργούμε μέσα σε ενα εκκλησιαστικό σώμα, οφείλουμε να ασχοληθούμε με την μέθοδο.
Για να μην κουράζω με μακροσκελή κείμενα σταματώ εδω και θα επανέλθω αργότερα με το Β μερος των σκέψεων μου επάνω στο θέμα αυτό.


ΠΕΡΙ ΜΕΘΟΔΟΥ ΛΟΓΟΣ ΜΙΚΡΟΣ ΙΙ

Άμα πας στη θεία Λειτουργία σε ορθόδοξο ναό όταν απαγγέλεται το Σύμβολο της Πίστεως αναμένεις να ακούσεις το πλήρως μέχρι τούδε διαμορφωμένο απο τις Οικουμενικές Συνόδους Σύμβολο. Ουδείς οθόδοξος διανοείται να απαγγείλει ενα πρωτόλειο Σύμβολο των πρώτων αιώνων ή να το αλλάξει με ενα δικής του εμπνεύσεως αντικαθιστώντας το υπάρχον.
Αυτό συμβαίνει γιατί στο εκκλησιαστικο σώμα η εμπειρία και η Αλήθεια και δη αυτή που είναι εκφρασμένη απο το Σώμα (δηλαδή σε Οικουμενική Σύνοδο) δεν μπορεί να παρακάμπτεται για κανένα λόγο.
Ετσι ειναι και με τες εικόνες που είναι το μόνο δημιούργημα τέχνης για το οποίο συνεκλήθη Σύνοδος του σώματος της Εκκλησίας. Οσα στη Σύνοδο αυτή ειπώθηκαν έγιναν αποδεκτά απο το σώμα και είναι η βάση στην οποία ολα κρίνονται και χτίζονται.
Ετσι ολη ιστορία της εκκλησιαστικής τέχνης διακρίνεται σε δύο περιόδους. Πριν και μετά την Ζ Οικουμενική Σύνοδο και την διατύπωση της Θεολογίας της. Αυτή η θεολογία , η αλήθεια της οποίας διακηρύσσεται καθε χρόνο την Κυριακή της Ορθοδοξίας είναι το σημείο αναφοράς για κάθε τι που σχετίζεται με τες εικόνες.
Ακόμη και αναφορές μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας που εχουν διατυπωθει προηγουμένως και δεν συνᾴδουν με τη θεολογία αυτή παραμερίζονται και δεν λαμβάνονται υπόψιν. χαρακτηριστική περίπτωση ο λόγος του αγίου Επιφανίου Κύπρου και οι ενστάσεις του για τις εικόνες του Χριστού.
Κι αν αυτό ισχύει για τα θεωρητικά πόσο μάλλον για τα καλλιτεχνικά.
Μορφές που υπηρέτησαν την εκκλησιαστική έκφραση πριν την εικονομαχία ισως να μην είναι πλεόν δεκτές ως μη συμβατές με τη θεολογία της Ζ Οικουμενικής Συνόδου και να πρέπει να παραμεριστούν.(Απλό και χαρακτηρισικό παράδειγμα ο εξεικονισμός του Χριστού ως Αμνού στην παλαιοχριστινική τέχνη και η χρήση των συμβατικών μορφών του αγένειου θεού Απόλλωνος για τον εξεικονισμό του ένδοξου Χριστού των θαυμάτων σε ψηφιδωτά της Ραβέννας. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως αυτές οι καλλιτεχνικές φόρμες ή οι στυλιστικές προτάσεις πρέπει να απαλειφθούν ή να καταστραφούν ή να απαξιωθούν καλλιτεχνικά . Φυσικά και όχι. Μένουν ως ενα μέρος της ιστορίας του σώματος που όμως δεν λειτουργεί πλέον.
Επειδή τα πράγματα στην εκκλησιαστική ζωη και παράδοση λειτουργούν ετσι βλέπουμε τις μεγάλες αλλαγές στην εικονογραφική τέχνη μετά την εικονομαχία και την διατύπωση της θεολογίας της εικόνας και των εικονισμάτων (τεχνητών εικόνων).
Η μεγαλύτερη απ᾽όλες τις αλλαγές που συντελέστηκαν είναι η οριστικοποίηση και σταθεροποίηση των εικονογραφικών τύπων για το Χριστό τους αγίους ακόμη και για τες παραστάσεις , οπου ισως και να μην υπάρχει λόγος. Ταυτόχρονα όμως παρατηρείται η απελευθέρωση των τεχνοτροπιών. Σαν να έγινε μια σεισμική αλλαγή. Ενω πριν το επίκεντρο της τέχνης ηταν κυρίως εικονογραφικο, πώς δηλαδή η τέχνη θα βρει τρόπους-μορφές να εικονίσει το Χριστό, μετά έγινε τροπικό. Αφου δηλαδή η μορφή-εικονα του Ιησου της Ναζαρέτ ήταν δεδομένη η τέχνη αναζήτησε να βρει τρόπους εικαστικούς για να κάνει αυτήν την εικόνα λειτουργική μέσα στο εκκλησιαστικό σώμα.
Ετσι η τέχνη των εικόνων έγινε κυρίως τροπικό γεγονός χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει πως έχασε και το ενδιαφέρον της για οπτικοποίηση θεολογικών σημαινομένων μέσα απο διάφορες εικονογραφικές λεπτομέρεις που παρεμβάλλονται στα εικονίσματα.
Η ανάλυση όμως του τρόπου των εικόνων και οι λειτουργίες των επιμέρους στοιχείων είναι άλλο ζήτημα που θα μας απασχολήσει σε άλλο κείμενο.

Δευτέρα, 14 Αυγούστου 2017

Η προβληματική (αιρετική;) κριτική της εικόνας της αγίας οικογένειας


Το αρχαιότερο πρότυπο της "Αγίας Οικογένειας" δείχνει, επιπλέον, την Παναγία στον τύπο της "Γαλακτοτροφούσας"

 Εισαγωγή

Δεν με ενδιαφέρει τόσο η επίμαχη εικόνα της Αγίας Οικογένειας,
 όσο η μέθοδος και το σκεπτικό με το οποίο αντιμετωπίζεται από άρθρο που παραθέτω ολόκληρο στο τέλος.

Προσωπικά, μου είναι αδιάφορη σαν εικόνα, δεν την έχω εικονίσει ποτέ, αν και είμαι αγιογράφος για πάνω από τριάντα χρόνια και αριστούχος ειδικευμένος στην Ιστορία της Βυζαντινής Τέχνης. (άρα δεν γράφω ετούτα για να υπερασπίσω εαυτόν) αλλά όχι απορριπτέα.



Το ότι το πρότυπο αυτό ξεκίνησε από τους Δυτικούς δεν είναι αυτόματα λόγος απόρριψης. Μάλιστα, υπογραμμίζουμε πως αρχικά ο εικονογραφικός τύπος έδειχνε την Παναγία “Γαλακτοτροφούσα” δηλαδή να θηλάζει, με γυμνό τον μαστό! Αυτό το πρότυπο της Γαλακτοτροφούσας, όμως, είναι ευρέως διαδεδομένο στην Ορθόδοξη εικονογραφία , πράγμα που προφανώς είναι… “Δια τους Ιουδαίους (και το άρθρο) σκάνδαλον, δια τους Έλληνας μωρία”.


Η "Αγία Οικογένεια" του Γκρέκο, και πάλι στον τύπο της "Γαλακτοτροφούσας"




(Α) Το δογματικό λάθος της απόρριψης της εικόνας της “Αγίας Οικογένειας”


Το σημαντικότερο στην κριτική της εικόνας της Αγίας Οικογένειας από το εν λόγω άρθρο, είναι πως υποβαθμίζεται ο Άγιος Ιωσήφ και η προσφορά του, και αυτό οδηγεί σε ατραπούς που ένας Χριστιανός (και δεν λέω καν μόνο Ορθόδοξος) δεν μπορεί να βαδίσει.
Ο Χριστός γεννήθηκε και έζησε ως άνθρωπος με όλα τα χαρακτηριστικά και τα προβλήματα των ανθρώπων πλην της αμαρτίας. Δεν ήταν ούτε οπτασία ούτε φάντασμα. Υπήρξε ολοκληρωτικά άνθρωπος και Θεός. Αν δεν είχε συμμετάσχει απόλυτα στην ανθρώπινη φύση, δεν θα μπορούσε να συντελεστεί το Μυστήριο της Σωτηρίας των ανθρώπων, και δεν θα μπορούσαμε να οδηγηθούμε στην Θέωση.
Χαρακτηριστικό είναι πως, όπως αποκαλύπτεται στην αφήγηση του Γάμου της Κανά, ο Κύριος απέκρυπτε την θεϊκή του ιδιότητα μέχρι τότε. (“Δεν ήρθε ακόμα η ώρα μου” Κατά Ιωάννην, β, 4) Αυτό, εκτός από άλλες παράλληλες ερμηνείες είχε έναν βασικό σωτηριολογικό στόχο: να ζήσει, ως Θεός, μια απόλυτα ανθρώπινη ζωή, για να μπορέσει να ταυτιστεί με την ανθρωπότητα.

Έτσι, έφτασε στο σημείο να ζητήσει από τον Πρόδρομο να βαπτιστεί, σαν κάθε άλλος νεοφώτιστος, αλλά και πριν, εξαρτήθηκε απόλυτα από την προστασία των γονέων Του, σαν κάθε φυσιολογικό παιδί.

Επισημαίνουμε πως, κατά την Φυγή στην Αίγυπτο, Άγγελος ανέθεσε την προστασία του Ιησού και της Μητέρας του στον Ιωσήφ. (Κατά Ματθαίον, Β, 13) Έτσι ο ρόλος του σαν οικογενειάρχη (που τονίζεται στην επίμαχη εικόνα) δεν ακολουθούσε μόνο τον ανθρώπινο νόμο, αλλά και την Θεία Βούληση. (Κατά Ματθαίον, Α, 20) Μάλιστα, η ευθύνη της οικογένειας του ανατέθηκε δυο φορές, από στόμα αγγέλου... (Στα εδάφια που ήδη αναφέραμε) Ο Ιωσήφ, γνωρίζοντας ήδη την θεϊκή προέλευση του παιδιού, θα μπορούσε να επαναπαυθεί και να υποθέσει πως Το Ίδιο θα αναλάμβανε την υπεράσπισή Του από την μανία του Ηρώδη.  (Όπως και θα μπορούσε, βέβαια) Ο Κύριος όμως έπρεπε να ζήσει απόλυτα σαν άνθρωπος, και έπρεπε να γνωρίσει τα βάσανα της καταδίωξης και της προσφυγιάς, όπως κάθε άλλο παιδί στη  θέση Του.

Όταν δίδαξε Δωδεκαετής εν τω Ναώ, σύμφωνα με τις Εβραϊκές συνήθειες ήταν ήδη σχεδόν ενήλικος.  (η τελετή ενηλικίωσης παρά τοις Ιουδαίοις “Μπαρ Μιτσβά” γίνεται στα 13) Όμως, οι γονείς Του τον έψαχναν αγωνιωδώς, πράγμα που δείχνει την υπερβολική και υπέρ του δέοντος προσοχή τους...
Δεν θέλω να επεκταθώ άλλο. Είναι πάνω από προφανές πως ο Ιησούς έζησε υπό την προστασία της επίγειας οικογένειάς του, όπως κάθε κανονικός άνθρωπος, όλα τα χρόνια της ζωής του μέχρι να αρχίσει να κηρύσσει το Ευαγγέλιο. Παραπάνω αναφέραμε τον κύριο λόγο γι αυτό. Την πλήρη ταύτισή Του με τον Άνθρωπο.
Μόνον όταν άρχισε το κήρυγμά Του, αρνήθηκε πλέον την σχέση Του με τον Ιωσήφ, τα παιδιά του, αλλά ακόμα και με την Παναγία, γιατί, τώρα, αποκάλυπτε την θεϊκή Του φύση. Η οικογένεια Του είχε εκτελέσει τον ρόλο της.
Πάλι, όμως, απάνω στον σταυρό, η σκέψη Του ήταν στο πως θα προστατεύσει την μητέρα Του, και ανάθεσε την φροντίδα της στον Ιωάννη.
Συνεπώς το να αρνούμεθα την στενή σχέση του Ιησού με την οικογένεια του τα χρόνια πριν το Έργο Του, δηλαδή ακριβώς στην ηλικία που Τον απεικονίζει η επίμαχη εικόνα, είναι στην ουσία άρνηση της Ανθρώπινης Φύσης Του, είναι Μονοφυσιτισμός. Γιατί, τελικά, αν ο Ιωσήφ ήταν “δήθεν μνήστωρ” όπως ασεβώς τον αποκαλεί το άρθρο, και δεν είχε αναλάβει πλήρως το έργο του πατέρα, τότε τι ανάγκη τον έχουμε; Τελικά, τι ανάγκη έχουμε και την Παναγία; Και τελικά τι ανάγκη είχε ο Θεός να έχει ανθρώπινο σώμα επιτέλους;
Εκεί οδηγούμεθα, αυτός είναι ο Μονοφυσιτισμός…
Συνεπώς, ουδέν μεμπτόν υπάρχει στην εικόνα της Αγίας οικογένειας. Η άποψη πως αυτή η εικόνα μπορεί να δημιουργήσει παρεξηγήσεις ως προς την πατρότητα του Ιησού, είναι κυριολεκτικά αστεία, και δείχνει πόσο πονηρά λειτουργεί το μυαλό των συντακτών του άρθρου, που όλα τα ανάγουν στην σάρκα, την οποία δε, θεωρούν εκ προοιμίου αμαρτωλή. Όλοι γνωρίζουν τι πιστεύουν οι Χριστιανοί για την Φύση του Ιησού, ακόμα και οι αλλόθρησκοι, και όλοι επίσης γνωρίζουν πως ο Θεός ανατράφηκε ως άνθρωπος από τον Ιωσήφ και την Μαρία.
Τι το κακό να απεικονίζει κανείς μια τέτοια σκηνή; Εδώ εικονίζουμε τον Αβραάμ να προσφέρει γεύμα στην ...Αγία Τριάδα... Είχε ανάγκη από φαγητό ο Θεός; Ούτε και από πατέρα, βέβαια. Γιατί είχε ανάγκη από μητέρα; Με αυτό το σκεπτικό, γιατί εικονίζουμε την Παναγία να κρατά τον Χριστούλη; Μια θνητή κυρία να κρατάει ολόκληρο τον Θεό στο ένα χέρι… Αίρεση και Ασέβεια δεν είναι;
Και όμως όλα αυτά τα παραδείγματα, και πάλι εξυπηρετούν έναν στόχο: Την εμφάνιση της βαθιάς σχέσης της ανθρώπινης με την Θεϊκή Φύση. Αυτό είναι το μεγάλο Μήνυμα της Ορθοδοξίας, που για τους άλλους, (στους οποίους κατατάσσονται οι συντάκτες του άρθρου) αποτελεί πράγματι, Πρόκληση και Σκάνδαλο και “Μωρία”.
Έτσι, αρνούμενοι τον ρόλο του Ιωσήφ στην επίγεια πορεία του Ιησού, είναι το πρώτο βήμα για να αρνηθούμε την ίδια μας την πίστη.

Δόξα τω Θεώ δεν είναι όλες οι Δυτικές εικόνες της "Αγίας Οικογένειας" σαν ετούτη...


(Β) Η μέθοδος της κριτικής στη εικόνα της Αγίας Οικογένειας. Συνδυασμός συκοφαντίας, άγνοιας, ασέβειας και ψεύδους.

Το να αρχίζει λοιπόν το .άρθρο χαρακτηρίζοντας αυτήν την εικόνα έργο του ...Σατανά είναι τουλάχιστον άτοπο. Άτοπο επίσης είναι να κατηγορεί όσους αγιογράφους την ιστόρησαν όχι μόνο ως αιρετικούς, αλλά και φιλοχρήματους, υπονοώντας πως η εικόνα φιλοτεχνήθηκε από αυτούς ενώ γνώριζαν πως είναι λάθος!
Αυτό είναι σοβαρή κατηγορία και θα πρέπει να αποδειχθεί: Μίλησαν οι συντάκτες του άρθρου με αυτούς τους αγιογράφους, και κατάλαβαν πως το έκαναν για τα λεφτά; Είναι ντροπή να σπιλώνεται η ηθική και η επαγγελματική υπόσταση καλλιτεχνών, πόσο μάλλον αγιογράφων με αυτόν τον ανεύθυνο τρόπο, από τους ανθρώπους που συνέταξαν το άρθρο, και που αγνοούν βασικά στοιχεία της Ορθοδοξίας και του Ευαγγελίου, (όπως απέδειξα πιο πάνω) αλλά και της λειτουργικής μας ζωής, και της Ιστορίας της αγιογραφίας όπως θα αποδείξω αμέσως:

(Γ) Άγνοια της λειτουργικής ζωής της Ορθοδοξίας.
Γιατί, όπως φαίνεται, οι συντάκτες του άρθρου βγάζουν τους άλλους αιρετικούς ενώ δεν έχουν ακούσει, προφανώς, ούτε τους ύμνους της Ανάστασης, τότε που ακόμα και άθεοι πάνε στην Εκκλησία και τους ακούνε... Και τι λένε αυτοί οι ύμνοι; Να αγκαλιαστούμε και να φιληθούμε γιορτάζοντας την Ανάσταση.
Αναστήτω ο Θεός...
“...Πάσχα το τερπνόν, Πάσχα Κυρίου Πάσχα, Πάσχα πανσεβάσμιον ημίν ανέτειλε, Πάσχα εν χαρά ΑΛΛΗΛΟΥΣ ΠΕΡΙΠΤΥΞΩΜΕΘΑ, ω Πάσχα λύτρον λύπης και γαρ εκ τάφου σήμερον, ώσπερ εκ παστού, εκλάμψας Χριστός, τα γύναια χαράς έπλησε λέγων, Κηρύξατε Αποστόλοις…”

Αλλά το άρθρο των δήθεν αιρεσιομάχων, αναφέρει πως μια τέτοια περίπτυξις (Εναγκαλισμός και φιλί) ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ από τους ...αγίους και δεν ταιριάζει σε πνευματικούς ανθρώπους!!!
“...Η χειρονομία εναγκαλισμού και η προσέγγιση της μορφής του δήθεν Μνήστορος προς αυτήν της Μαρίας, είναι και εξ άλλης επόψεως μεμπτή: δεικνύει και θράσος («παρρησία»), εντελώς ξένη προς τους πνευματικούς ανθρώπους, οι οποίοι, κατά τον Άγιο Αββά Δωρόθεο, δεν πρέπει ούτε στα μάτια να κοιτάζουν τον συνάνθρωπό τους, τηρώντας την ταπεινοφροσύνη· «και ίνα σπουδάζωμεν μηδέ ανανεύειν εις τα πρόσωπα αλλήλων· και τούτο γαρ, ως είπέ τις των γερόντων, είδός εστι παρρησίας»” μας λένε!!!
Η κυρία φοβάται πως θα συλλάβει με την περίπτυξη μάλλον…
Η γελοιότητα της άγνοιας συνεχίζεται:


Ο εναγκαλισμός της Παναγίας με την Ελισσάβετ

(Δ) Άγνοια της Ορθόδοξης αγιογραφικής παράδοσης:

Πόσες σκηνές της αγιογραφίας, όπως παραδόθηκαν από την Βυζαντινή παράδοση δείχνουν εναγκαλισμούς; Ενδεικτικά, αυτόν της Ελισσάβετ και της Παναγίας αλλά και αυτόν του Ιωακείμ και της Άννας

Ο εναγκαλισμός του Ιωακείμ και της Άννας.
Μονή της Χώρας.
Κωνσταντινούπολη.
Ο Εναγκαλισμός του Ιωακείμ και της Άννας, με φιλί στο στόμα, σε βυζαντινή τοιχογραφία της Σερβίας.

Τον εναγκαλισμό του Πέτρου και του Παύλου που να τον βάλουμε; Προφανώς οι δυο κορυφαίοι Απόστολοι δεν ήταν “πνευματικοί άνθρωποι” μια που αγκαλιάστηκαν, κατά τους συντάκτες του άρθρου.

Ο εναγκαλισμός των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου.

Μα κυριολεκτικά είναι για γέλια οι άνθρωποι αυτοί, που ονομάζουν “αιρετική” την Ιερώτατη παράδοση της εκκλησίας και της Αγιογραφίας…

Το κερασάκι στην Τούρτα:
(Ε) Ασεβής διαστρέβλωση των αποφάσεων της Ζ΄Οικουμενικής Συνόδου.

Δεν φτάνει που η κυρία Ντρέκου συκοφαντεί τους αγιογράφους λέγοντας πως κάνουν συνειδητά αιρετικές εικόνες “για τα λεφτά”, αλλά διαστρεβλώνει και τα κείμενα της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου για να ταιριάξουν με όσα λέει. Αναφέρει ψευδώς, λοιπόν, πως: “...σύμφωνα με την διδασκαλία των Πατέρων της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου, η εκκλησιαστική εικονογραφία πρέπει να διέπεται από δογματική ακρίβεια.”
Φυσικά δεν βάζει το κείμενο... Η Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος, λοιπόν, λέει πως οι Εικόνες, όπως και μια σειρά άλλες συνήθειες που είχαν καταργηθεί από τους Εικονομάχους πρέπει να επανέλθουν σύμφωνα με τους γραπτούς και τους άγραφους θεσμούς. Δεν μιλάει για τον τρόπο που φιλοτεχνούνται, αλλά για τον λειτουργικό ρόλο τους σύμφωνα με τις γραπτές και άγραφες συνήθειες που επικρατούν.
Να το κείμενο:
“ Ώσπερ γαρ την τῶν σεπτών εἰκόνων αφείλοντο όψιν εκ της εκκλησίας, και  έτερά τινα έθη παραλελοίπασιν, ά χρή ανανεωθήναι, και  κατά την έγγραφον και άγραφον θεσμοθεσίαν ούτω κρατείν.”
Σας βάζω εδώ ΟΛΟ το κείμενο της Ζ Οικουμενικής συνόδου, και θα ήμουν ευγνώμων αν μου βρίσκατε το εδάφιο που επικαλούνται οι συντάκτες του άρθρου...

(Και έχουν το θράσος να αποκαλ0ύν τους άλλους αιρετικούς, ενώ διαστρεβλώνουν αποφάσεις Οικουμενικών Συνόδων)

Βεβαίως το ζήτημα των δήθεν απαράβατων κανόνων της Βυζαντινής αγιογραφίας, που ουδέποτε διατυπώθηκαν από τους Πατέρες, (ήταν αρκετά σοφοί για να μην επεμβαίνουν σε καλλιτεχνικά ζητήματα) τις Συνόδους ή τους αγιογράφους πριν τον 20ο αιώνα, είναι ένα άλλο ζήτημα, που θα συζητηθεί αλλού. Σημειώνω πως η Ζ' Οικουμενική Σύνοδος αποκαλεί τις εικόνες σεπτές και όχι ιερές, και τις συνήθειες που τις συνοδεύουν έθη και θεσμούς και όχι κανόνες. Ο κατέχων γλώσσαν ελληνικήν κατανοείν, κατανοησάτω.

Η επίκληση αυτών των ανύπαρκτων κανόνων, εκτός αν πρόκειται για κοινή απάτη, όπως δείξαμε παραπάνω, είναι τουλάχιστον επίδειξη άγνοιας...
Συμβουλεύω λοιπόν τους συντάκτες του άρθρου: Να διαβάσουν τις αποφάσεις της Ζ' Οικουμενικής Συνόδου, όσο και να τους ενοχλούν, πράγμα φυσικό γιατί είναι ένα Μνημείο Ελεύθερης εν Χριστώ Σκέψης. ΚΑΙ ΑΠΑΙΤΩ: Να ζητήσουν συγγνώμη από τους αγιογράφους για τις συκοφαντίες και την λάσπη που έριξαν πάνω τους.

Ενώ, τους συμβουλεύω: Να μετανοήσουν έμπρακτα για την διαστρέβλωση των ιερών κειμένων που επεχείρησαν.
Δημήτρης Σκουρτέλης.
Εδώ, το υπό συζήτησιν και αίρεσιν άρθρο...

Η προβληματική εικόνα της αγίας οικογένειας (σχόλια + βίντεο)

Η προβληματική εικόνα της αγίας οικογένειας«Sophia Drekou»Aenai-EpAnastasi
Η εικόνα που «πάσχει» δογματικώς !!!

Η προβληματική εικόνα(αιρετική;
της αγίας οικογένειας

της Σοφίας Ντρέκου

Περιεχόμενα

1. Εισαγωγικά
2. Η ορθόδοξη αγιογραφία έχει συγκεκριμένα πρότυπα
3. Βίντεο 1: Ο π. Θεόδωρος Ζήσης αναλύει και παρουσιάζει το βιβλίο «Η αιρετική απεικόνιση της «Αγίας Οικογένειας».
4. Βίντεο 2: Συνέντευξη του συγγραφέα Μοναχού Σεραφείμ στην Πειραϊκή Εκκλησία για την αιρετική απεικόνιση της «αγίας οικογενείας».
5. Βιβλιοπρόταση: «Η αιρετική απεικόνιση της «Αγίας Οικογένειας».
6. (αποσπάσματα) Ἀπό τό βιβλίο τοῦ Μοναχοῦ Σεραφείμ «Ἡ αἱρετική ἀπεικόνιση τῆς «ἁγίας οἰκογενείας».
7. Παραπομπές
8. Σχόλια - κριτικές

1. Εισαγωγικά


Διάβολος εργάζεται με άλλη μέθοδο πλέον. Δεν μπορεί να βγάλει τις Άγιες εικόνες; Θα διαστρέψει τη μορφή τους. Έτσι προκύπτει η Αγία οικογένεια που ενώ στον απλό και αμαθή λαό ίσως φαντάζει ρομαντική, στην πραγματικότητα είναι πλέον εκ του πονηρού γιατί πολεμά την αειπαρθενία της Θεοτόκου, τη Σάρκωση του Θεού και Λόγου και την εν Χριστώ μοναδική Σωτηρία.[1]


2. Η ορθόδοξη αγιογραφία 
έχει συγκεκριμένα πρότυπα

«Αυτή η εικόνα είναι ο παπικός συναισθηματισμός ολόκληρος. Εξυπηρετεί μια συναισθηματικού τύπου λαϊκιστική χυδαιότητα, αν όχι βλασφημία. Όλα πια στο πλαίσιο της εμπορευματοποίησης γίνονται. Η ορθόδοξη αγιογραφία έχει συγκεκριμένα πρότυπα.  Δεν είναι προϊόν φαντασίας και ελεύθερη τέχνη.

Η ορθόδοξη αγιογραφία έχει συγκεκριμένα πρότυπα, είναι εργαλείο για να ΔΙΑΒΑΖΕΙ ο άλλος τα δόγματα και όχι μια νατουραλιστική ή ρεαλιστική ιστοριούλα. Η παραπάνω εικόνα είναι μια βλακεία και μισή. Είναι σαν να τραγουδάμε την ώρα της λειτουργίας κοσμικά άσματα για τα καλά παιδιά πού πάνε εκδρομή. Μοιάζει με αυτά τα πόστερ πού απεικονίζουν άζυμους άρτους, κολονάτα δισκοπότηρα, ξανθούς χριστούς, θηλυπρεπή αγγελάκια. Το κάθε πράγμα στον χώρο του. Δεν πρέπει να γίνονται όλα για συναισθηματικές ικανοποιήσεις και για τα ΛΕΦΤΑ.»[2]

Η Γέννηση του Χριστού

«Δείτε την παραπάνω ορθόδοξη εικόνα της Γέννησης και τις άλλες σχετικές εικόνες. Ο Ιωσήφ, μονίμως σε γεροντική ηλικία, είναι στο πλάι σχεδόν παραριγμένος. Δεν έχει σχέση ούτε με την μητέρα, ούτε με τον τόκο, ούτε με τον Χριστό τον ίδιο. Είναι κει για να διακονεί το μυστήριο. Ονομάζεται υπ-ουργός του μυστηρίου, αλλά δεν έχει ουσιαστική σχέση με αυτό. Η θέση του είναι δευτερεύουσα και διακονική.


Η Εκκλησία μας για να αναβιβάσει και να αναδείξει το νόημα του ορθοδόξου γάμου, ποτέ δεν χρησιμοποίησε το παράδειγμα του Ιωσήφ και της Μαρίας, οι όποιοι άλλωστε δεν ήταν σε καθεστώς γάμου, αλλά σε νομική προστασία η μεν υπό τον δε. Πάντα προέβαλε την σχέση Νυμφίου Χριστού-Νύμφης Εκκλησίας ή νύμφης ψυχής και το Θαύμα στην Κανά πού εγκαινίασε τον νέο κόσμο του θεού, την γαμήλια σχέση Θεού και ανθρώπου, μετατρέποντας την υδαρότητα αυτής της σχέσης σε μεστότητα ουσιαστική. Στα ίδια πλαίσια κινείται και η θεολογία της λογχευθείσης του πλευράς.


Το θαύμα στην Κανά

Όπως η πρώτη Εύα πλάστηκε από την πλευρά του Αδάμ, έτσι και η Εκκλησία από το Αίμα και το Βάπτισμα του Χριστού. Τα πάντα στην ορθοδοξία είναι μυστηριακά και ξεφεύγουν από την ανθρώπινη θέληση και την κατά παραγγελίαν επιθυμία. Άλλωστε στην ιερολογία και τις ευχές του Γάμου πουθενά δεν αναφέρεται η γαμική σχέση Ιωσήφ Μαρίας, ενώ παρατίθενται όλα σχεδόν τα ζεύγη της ιεράς ιστορίας. Η ίδια η Εκκλησία μας θα πρέπει να θέσει κάποια όρια, αφού η φαντασία και η ανθρωπαρέσκεια η δική μας τα ξεπερνούν αφελώς.»[2]

Η Φυγή της Αγίας Οικογένειας στην Αίγυπτο

3. Βίντεο 1: Δείτε το βίντεο αγαπητοί αναγνώστες, με τον π. Θεόδωρο Ζήση στο Αρχονταρίκι του Ι.Ν. Αγίου Αντωνίου Θεσσαλονίκης την Κυριακή 22-9-2013 (24/9/2013), όπου μιλά για το ίδιο θέμα. Παρουσίαση του βιβλίου: Η αιρετική απεικόνιση της «Αγίας Οικογένειας».




4. Βίντεο 2: Η αιρετική απεικόνιση της «Αγίας Οικογένειας» ΜΟΝΑΧΟΣ Σεραφείμ. Συνέντευξη του Μοναχού Σεραφείμ στην Πειραϊκή Εκκλησία για την αιρετική απεικόνιση της «αγίας οικογενείας». (το ακούτε εδώ mp3)

Συνέντευξη του κ. Λυκούργου Μαρκούδη, Διευθυντού και Παραγωγού του Ρ/Σ της «Πειραϊκής Εκκλησίας», από τον Μοναχό π. Σεραφείμ, για το θέμα της αιρετικής, κακόδοξης απεικονίσεως της «αγίας οικογενείας».

Η απεικόνιση αυτή, σχετικώς νέα στην Ελλάδα, εμφανίζει συνήθως την Κυρία Θεοτόκο σε στάση πολλής οικειότητος και εναγκαλισμού με τον Μνήστορα άγιο Ιωσήφ και τον μικρό Χριστό στη μέση, δίνοντας ένα μήνυμα οικογενειακής σχέσεως των τριών απεικονιζομένων ιερών Προσώπων· με τον τρόπο αυτό ανατρέπει πολύ εντέχνως την Πίστη της Εκκλησίας μας στη Θεότητα του Χριστού και την μοναδικότητα της εκ Παρθένου Γεννήσεώς Του, ευνοώντας μια ολόκληρη σειρά αρχαίων (όπως λ.χ. οι «αντιδικομαριανίτες») και νέων (ως οι Προτεστάντες) αιρέσεων, που θεωρούν ότι η Παναγία μας δεν παρέμεινε Αειπάρθενος, ή ακόμη εκείνων που διδάσκουν ότι ο Ιησούς Χριστός υπήρξε φυσικό παιδί του Μνήστορος Ιωσήφ (Γνωστικοί, Μασόνοι, Θεοσοφιστές).


Η συνέντευξη, μεταδοθείσα την Κυριακή, 23 Φεβρουαρίου 2013, από την «Πειραϊκή Εκκλησία» είχε ως αφορμή την πολύ διευκρινιστική σχετική μελέτη του π. Σεραφείμ «Η αιρετική απεικόνιση της «αγίας οικογενείας». Γιατί είναι ξένη και απόβλητη» (Σπουδή Ορθοδοξίας 6), Θεσσαλονίκη 2013 (σελίδες 78)».[3]

  • 5. Βιβλιοπρόταση: «Η αιρετική απεικόνιση της «Αγίας Οικογένειας» Γιατί είναι ξένη και απόβλητη» – Μοναχός Σεραφείμ. Πληροφορίες για το βιβλίο ΕΔΩ.

6. (αποσπάσματα) Η αιρετική απεικόνιση της «αγίας οικογενείας». Ἀπό τό βιβλίο τοῦ Μοναχοῦ Σεραφείμ «Ἡ αἱρετική ἀπεικόνιση τῆς «ἁγίας οἰκογενείας». Γιατί είναι ξένη και απόβλητη».


Δημοσιεύουμε – κατόπιν ειδικής αδείας του συγγραφέως -ολόκληρο το ζ' κεφάλαιο και αποσπάσματα της εισαγωγής, των κεφαλαίων β' καί η καί της τελικής συνόψεως, προς καλύτερη γνωριμία των αδελφών με τον όλο σχετικό προβληματισμό της αμάρτυρης και καινοφανούς απεικονίσεως αυτής της λεγομένης «αγίας οικογένειας», η οποία υπονομεύει με εποπτικό τρόπο το δόγμα της αειπαρθενίας της Θεοτόκου και, συνεπώς, και το δόγμα της τελείας Θεότητος του Χριστού και Θεού ημών.


Α. Εισαγωγή


[……………….]Η παρθενία της Παναγίας μας αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση της Ενανθρωπήσεως του Θεού και γι αὐτὸ και σαφή απόδειξη της Θεότητας του Χριστού, έναντι πάντων των αιρετικών, όπως αναπτύσσουμε κατωτέρω· κατά τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά: «Ένα μόνον είναι στον Θεό αδύνατο, να έλθει σε ένωση με ακάθαρτο, προ της καθάρσεως· γι’ αυτό υπήρχε απόλυτη ανάγκη για μία τελείως αμόλυντη και καθαρώτατη Παρθένο, για την κυοφορία και την γέννηση του εραστή και δοτήρα της καθαρότητας» [4]. Γι’ αυτόν το λόγο και υφίστανται από παλαιά η τιμή και υπόληψή Της πόλεμο εκ μέρους των παντοίων εχθρών της Εκκλησίας, των Ιουδαίων, των Γνωστικών, αλλά και των σημερινών απογόνων του Γνωστικισμού, των Μασόνων και Νεοεποχιτών -Θεοσοφιστών [5].


Τα τελευταία έτη έχει λάβει ιδιαιτέρως ευρεία διάδοση, πρωτίστως εξ αιτίας του γενικού θεολογικού και δογματικού ληθάργου, η λεγομένη εικόνα της «αγίας οικογενείας». Η εν λόγω εικόνα, οι ιστορικές απαρχές της οποίας ευρίσκονται στην Δύση, παρουσιάζει – κατά κανόνα εναγκαλιζόμενες – μία γυναικεία μορφή, μία ανδρική, νέου συνήθως ανδρός, και ενός παιδιού εν τω μέσω αυτών. Σε ακόμη χειρότερες εκδόσεις της εμφανίζονται εναγκαλιζόμενοι ο ανήρ και η γυνή σε περισσότερο «οικεία» στάση, και το παιδί παραπλεύρως, στην αγκάλη της μητέρας του. Και η βλάσφημη αυτή παράσταση, με όλα τα συνειρμικά μηνύματα που φέρει, υποτίθεται ότι παριστά την Θεοτόκο, τον Μνήστορα Ιωσήφ και το παιδίον Ιησούν.


Ο «Κερδώος Ερμής» έχει πετύχει την αγοραστική διάθεση της εικαστικής αυτής θεολογικής πλάνης σε καταστήματα προσκυνητών στην Αγία Γη, αλλά και στην περισσότερο παραδοσιακή Ελλάδα, μέχρι και στην Ουρανούπολη, πόλη των προσκυνητών, αλλά και στην Πρωτεύουσα του Αγίου Όρους, τις Καρυές.


Η εκκλησιαστική τέχνη, όμως, είναι απαραιτήτως δογματική με ποιμαντικό προσανατολισμό και δεν αφίνει ασαφή περιθώρια για συναισθηματισμούς, φαντασία και λυρισμό, εικαστικές πρωτοτυπίες η αρχιτεκτονικούς ακροβατισμούς [6]. Όπως κάθε τι στην Εκκλησία έχει και αυτή αιώνια, Χριστοκεντρική, Θεανθρωποκεντρική προοπτική και έτσι καθίσταται τέχνη χάριν της Σωτηρίας και όχι «ars gratiae artis» («τέχνη χάριν της τέχνης»). Για τον λόγο αυτό, σύμφωνα με την διδασκαλία των Πατέρων της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου, η εκκλησιαστική εικονογραφία πρέπει να διέπεται από δογματική ακρίβεια.


Στο παρόν κείμενο επιθυμούμε να αποτυπώσουμε την τεκμηριωμένη ανησυχία μας για την διάδοση της απεικονίσεως της «αγίας οικογενείας» αλλά και το σαφώς νεοεποχίτικο νόημά της. Η αιφνίδια διάδοσή της μεταξύ και των Ορθοδόξων δεν μπορεί να θεωρηθεί άσχετη με την πρόοδο της αιρέσεως του Οικουμενισμού, όσο και των νεο-εποχιτικών ρευμάτων, τα οποία προσπαθούν να διεισδύσουν στην Εκκλησία μας και πρωτίστως επιφέρουν την σταδιακή νέκρωση η μετάλλαξη των ορθοδόξων θεολογικών «αντι-σωμάτων».


Β. Η δυτική προέλευση και αποδοχή της παραστάσεως της «αγίας οικογενείας»


Β.1. Η απεικόνιση δεν μαρτυρείται στην χριστιανική αρχαιότητα


Ο πολύς περί την ιστορία της χριστιανικής τέχνης ομότιμος Καθηγητής Κωνσταντίνος Καλοκύρης στο σύγγραμμά του «Η Θεοτόκος εις την εικονογραφίαν της Ανατολής και της Δύσεως» [7], εντοπίζει την προέλευση της παραστάσεως της «αγίας οικογενείας» και την εξάπλωσή της κυρίως στην Δύση· «Δεν είναι πολύ συνήθης εις την Ανατολήν η αυτοτελής παράστασις της αγίας Οικογενείας, ως είναι εις την Δύσιν. Αύτη διακρίνεται εις στενωτέραν και ευρυτέραν. Την στενωτέραν αγίαν Οικογένειαν αποτελούν, ως είναι ευνόητον, η Θεοτόκος, ο Χριστός και ο Ιωσήφ, η πάλιν η Θεοτόκος, ο Χριστός και η αγία Άννα. Η ευρυτέρα αγία Οικογένεια προκύπτει δια της προσθήκης της Ελισάβετ και του Προδρόμου. Η απεικόνισις του Χριστού, της Θεοτόκου και του Ιωσήφ είναι γνωστή από τα παλαιοχριστιανικά μνημεία (σαρκοφάγους κ.λ.π.)».


Την τελευταία αυτή πληροφορία, περί της ιστορήσεως σε αρχαίες χριστιανικές σαρκοφάγους της παραστάσεως των τριών προσώπων Χριστού, Θεοτόκου και Μνήστορος Ιωσήφ, ο Καθηγητής Καλοκύρης αρύεται από το γαλλικό «Λεξικό της Χριστιανικής Αρχαιολογίας και της Λατρείας», από το εκεί σχετικό λήμμα του Η. Leclercq [8], όπου και παραπέμπει [9]. Η είδηση αυτή φαινομενικώς δικαιώνει την εξάπλωση της απεικονίσεως αυτής, αφού ανάγεται, δήθεν, στην χριστιανική αρχαιότητα. Ωστόσο, η προσεκτική αναδίφηση του συγκεκριμένου λήμματος του H. Leclercq παρουσιάζει πιο ενδιαφέροντα για το θέμα μας στοιχεία, και εν τέλει καταρρίπτει την αρχαιότητα της απεικονίσεως της «αγίας οικογενείας».


Ουσιαστικώς ο H. Leclercq στο εν λόγω άρθρο μέμφεται την προσπάθεια που καταβλήθηκε, κυρίως από Ιταλούς, να εντοπισθούν στις χριστιανικές κατακόμβες δήθεν αρχαία πρότυπα για την σύνθεση της «αγίας οικογενείας»· ρωμαιοκαθολικοί ερευνητές, όπως ο Raphaël Garrucci, αναίρεσαν τις αρχικές τους απόψεις για την ερμηνεία των τριών μορφών σε διάφορες παραστάσεις [10] και ήλθαν εν προκειμένω σε σύγκρουση προς άλλους, όπως τον αββά Martigny, καθώς άλλοτε οι αρχαιολόγοι διαπίστωναν, ότι οι εικονιζόμενες μορφές ήταν κεκοιμημένων χριστιανικών οικογενειών και όχι της «αγίας οικογενείας», άλλοτε διαπιστωνόταν ότι οι ιερές μορφές του Χριστού, της Παρθένου και του Μνήστορος ήταν μέρος ευρύτερων συνθέσεων, όπως αυτή της προσκυνήσεως των Μάγων.

Κατά τον Leclercq «η καθολική εικαστική συνεχίζοντας την χριστιανική εικονογραφία, έχει αλλοιώσει ένα συγκεκριμένο αριθμό προσκυνητών τύπων και συμβόλων, τα οποία υποκατέστησε με άλλα, θεωρούμενα περισσότερο εποικοδομητικά […] Η ιταλική φαντασία προώθησε περαιτέρω τις καταστροφές της, υποστηρίζοντας ότι ανακάλυψε στην αρχαιότητα τα πρότυπα των τύπων στους οποίους ήθελε να προσδώσει υπόληψη· και έτσι έγινε και εξήλθε των κατακομβών η «αγία οικογένεια»»[ 11].


Σύμφωνα με τα παραπάνω, αίρεται εντελώς η αναγωγή της απεικονίσεως της «αγίας οικογενείας» στους πρωτοχριστιανικούς χρόνους. […………………………………..]




Η εικόνα που «πάσχει» δογματικώς !!!

Ζ. Ο Μνήστωρ Ιωσήφ


Κατά την εκκλησιαστική ιστορία ο Μνήστωρ και φύλαξ της Θεοτόκου, ο υιός Ηλί, έχοντας περιέλθει σε χηρεία, προ της οποίας είχε αποκτήσει τέσσερις υιούς (τους λεγομένους στα Ευαγγέλια «αδελφούς του Κυρίου») και δύο θυγατέρες [77], «διήγεν εν χηρεία και σωφροσύνη ο Ιωσήφ· ετών γαρ ην περίπου εβδομήκοντα» [78].


Η ιερά υμνογραφία την Κυριακή μετά την Χριστού Γέννησιν, στον εορτασμό της μνήμης του Μνήστορος, συμπυκνώνει την περί αυτού διδαχή της Εκκλησίας· αναφέρει την γεροντική του ηλικία κατά την Γέννηση του Χριστού, ότι δηλαδή «των Προφητών τας προρρήσεις είδεν εν γήρα σαφώς, ο Ιωσήφ ο Μνήστωρ», αλλά και ότι ήταν μόνον νομιζόμενος πατήρ του Ιησού, «Χριστού πατήρ νομιζόμενος», και ότι «την μόνην εν γυναιξί, καθαράν και άμωμον, μάκαρ Ιωσήφ συ εμνηστεύσω, τηρών Παρθένον αγνήν, προς υποδοχήν του Ποιήσαντος»· επίσης, ότι κράτησε στην αγκάλη του τον Θεάνθρωπο και τον υπηρέτησε με ευλάβεια ως άγγελος, «ίστασο Θεώ σαρκί νηπιάσαντι, σοφέ Ιωσήφ διακονούμενος, ώσπερ Άγγελος» και ότι η επαφή με τον Χριστό καθαγίασε τον Μνήστορα Ιωσήφ σαρκί και πνεύματι [79].


Ο Μνήστωρ Ιωσήφ χρηματίζει, προσέτι, σύμφωνα με την ιερά υμνογραφία, και μάρτυρας της παρθενίας της Θεοτόκου έναντι των Ιερέων οι οποίοι Την ανέθεσαν σε εκείνον [80]· αυτό δηλώνει και ο γνωστότατος ύμνος «Κατεπλάγη Ιωσήφ το υπέρ φύσιν θεωρών» [81], ο οποίος καταλήγει: «και μαρτυρών ο Μνήστωρ Σου και φύλαξ τοις ιερεύσιν εκραύγαζε· Παρθένος τίκτει και μετά τόκον πάλιν μένει Παρθένος».


Κατά την αυθεντία της Εκκλησίας, η μνηστεία της Παρθένου με τον δίκαιο Ιωσήφ είχε ως σκοπό να προφυλάξει ακριβώς την παρθενία της μελλοντικής Θεοτόκου· διότι, γνωρίζοντας ο διάβολος την προφητεία του Ησαΐα περί της Γεννήσεως του Μεσσία εκ Παρθένου (Ησ. 7, 14), θα επιβουλευόταν με έμμεσους τρόπους την παρθενία Της· έτσι «η τοιαύτη κατάστασις [η μνηστεία], μη θίξασα την παρθενίαν της Θεοτόκου, ένα μόνον λόγον και σκοπόν είχε κατά τον ιερόν Δαμασκηνόν [82]· την προφύλαξιν ακριβώς της παρθενίας της Μαρίας δι “εξαπατήσεως” του Διαβόλου». Ο Χριστός ήταν «νομικό τέκνο» του φαινομενικού αυτού γάμου, για την εξασφάλιση της θέσεώς του στην ανθρώπινη κοινωνία και την προφύλαξη της τιμής της Μητέρας Του [83].


Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ερμηνεύοντας το σχετικό εδάφιο του Ευαγγελιστού Ματθαίου συμπεραίνει, ότι όχι μόνον η Θεοτόκος, όπως θα δούμε, αλλ’ ακόμη και ο Άγιος Ιωσήφ ο Μνήστωρ, μετά την βίωση του υπερφυούς μυστηρίου της Ενανθρωπήσεως, να αποβούν πράγματι σύζυγοι ήταν αδύνατον (εμείς βέβαια, προσθέτουμε, ως αυτονόητο ότι και να φέρονται με οικειότητα)· «αυτό που από όσα λέχθηκαν φαινόταν αυτονόητο και παραδεκτό, τούτο εν συνεχεία αφήνει να το καταλάβεις εσύ [μόνος σου]· ότι δηλαδή ούτε και μετά από αυτά, Αυτήν που έγινε μητέρα με τέτοιο τρόπο και καταξιώθηκε καινούργιων ωδίνων και παραδόξου λοχείας, εκείνος όντας δίκαιος, θα είχε ανεχθεί να την γνωρίσει. Διότι αν την εγνώρισε και την είχε σε θέση γυναικός, πως την αναθέτει [ο Εσταυρωμένος] στο μαθητή, ως απροστάτευτη και μη έχουσα κανέναν;» [84]


Η μομφή κατά της αρετής της Παναγίας και του Μνήστορος από την σύγχρονη απεικόνιση της «αγίας οικογενείας» γίνεται ακόμη πιο εύκολα αντιληπτή, όταν αναλύσουμε την λεπτότητα των αρετών.


Η διδασκαλία της Εκκλησίας μας, η οποία μας καθοδηγεί προς την τελειότητα, αποσκοπεί στο να μας απαλλάξει από οποιαδήποτε εμπαθή αντιμετώπιση των πραγμάτων· έτσι, ως τήρηση της παρθενίας δεν νοείται μόνον η αποφυγή της πράξεως της πορνικής μείξεως, αλλ’ αναλογικώς και όσα οδηγούν σε αυτήν, όραση επιθυμίας, λογισμοί, εναγκαλισμοί, κ.ο.κ.· οι ιεροί Κανόνες, ως μέσα προληπτικά η θεραπευτικά κατά της αμαρτίας, είναι εν προκειμένω σαφείς για την κατά της αγνότητας βλάβη από τις κινήσεις «οικειότητας», εναγκαλισμούς κ.ο.κ. [85]


Η χειρονομία εναγκαλισμού και η προσέγγιση της μορφής του δήθεν Μνήστορος προς αυτήν της Μαρίας, είναι και εξ άλλης επόψεως μεμπτή: δεικνύει και θράσος («παρρησία»), εντελώς ξένη προς τους πνευματικούς ανθρώπους, οι οποίοι, κατά τον Άγιο Αββά Δωρόθεο, δεν πρέπει ούτε στα μάτια να κοιτάζουν τον συνάνθρωπό τους, τηρώντας την ταπεινοφροσύνη· «και ίνα σπουδάζωμεν μηδέ ανανεύειν εις τα πρόσωπα αλλήλων· και τούτο γαρ, ως είπέ τις των γερόντων, είδός εστι παρρησίας» [86].


Δεν αμαρτάνει, λοιπόν, όποιος διατηρεί απεικονίσεις της Θεοτόκου, της «τιμιωτέρας των Χερουβίμ και ενδοξοτέρας ασυγκρίτως των Σεραφίμ», σε πολλή εγγύτητα η ακόμη και σε εναγκαλισμό με τον Μνήστορα; Η ομόφωνη διδασκαλία των Αγίων Πατέρων, των οποίων ο λόγος είναι νόμος [87], διαπιστώνει την παντελή καθαρότητα όλων των αισθήσεων της Παναγίας μας, η οποία είχε «ως πλούτο τις δυνάμεις της ψυχής και όλες τις αισθήσεις του σώματος ανυψωμένες από κάθε μολυσμό» [88]. Πως να παραμερισθεί η διδασκαλία αυτή χάριν των ξενόφερτων συναισθηματισμών για μια «οικογενειακή» και όχι ασκήτρια Μαρία, την Ηγουμένη των παρθενευόντων και μοναζόντων;


Ουσιαστικώς η απεικόνιση ανατρέπει την όλη αποστολή του Μνήστορος, ο οποίος δόθηκε ως μάρτυς της παρθενίας της Παναγίας και προστάτης Της, διότι Αυτή αποτελεί μόνον του Θεού «Νύμφην ανύμφευτον». Η «αγία οικογένεια» δεν διασώζει εικαστικώς ούτε την αρετή και κοσμιότητα του σώφρονος Μνήστορος Ιωσήφ, ούτε τον σεβασμό του έναντι του επιτελεσθέντος μυστηρίου της Ενανθρωπήσεως, ούτε τον αρχικό δισταγμό του έναντι της απορρήτου Συλλήψεως του Θεανθρώπου, συνήθως ούτε καν την γεροντική του ηλικία.


Τα εσφαλμένα μηνύματα αυτά, όμως, αποτελούν «μέλι στο ψωμί» μιας ευρείας κλίμακας συγχρόνων αιρέσεων και παραθρησκειών.


Η. Ο μασονικός και θεοσοφικός αποκρυφισμός κατά της Αειπαρθένου Θεοτόκου


Η.1. Οι αρχαίοι Γνωστικοί


[……………….] Από τους αρχαίους αιρετικούς παρόμοιες διδασκαλίες είχαν και οι Μεσσαλιανοί η Ευχίτες, αίρεση η οποία δέχθηκε τις γνωστικιστικές, μανιχαϊκές επιδράσεις και τις μετέδωσε και σε μεταγενέστερους Γνωστικούς, όπως είναι οι Παυλικιανοί και οι Βογόμιλοι [97]. Σύμφωνα με τις πληροφορίες του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, οι Μεσσαλιανοί μεταξύ των άλλων δογμάτων τους, είχαν και τα εξής [98]: ότι τα κακά υπάρχουν εκ φύσεως, ότι και προ της πτώσεως ο Αδάμ έσμιξε με την Εύα απαθώς, ότι η Μαρία δεν συνέλαβε ασπόρως τον Λόγο, ότι πρέπει οι άνθρωποι να αποκτήσουν δύο ειδών ψυχές, μία όπως αυτή όλων των ανθρώπων και μία επουράνια, κ.λπ. Είναι φανερές και εδώ τόσο η πολεμική κατά της παρθενίας της Θεοτόκου, όσο και η πλάνη περί δήθεν πρωτογόνου και όχι μεταπτωτικής εισαγωγής της γαμικής σχέσεως, αντιθέτως προς ο,τι δογματίζει η Εκκλησία βασιζόμενη στην Αγία Γραφή, δηλαδή περί της αρχεγόνου παρθενίας των πρωτοπλάστων Αδάμ και Εύας [99].



Η προβληματική εικόνα της αγίας οικογένειας«Sophia Drekou»Aenai-EpAnastasi

Η.2. Οι σύγχρονοι αποκρυφιστές

Οι αρχαίοι γνωστικοί μύθοι, με διαδικασία που δεν είναι της παρούσης γραφής, μεταφέρθηκαν στις σύγχρονες μυστικές ομάδες, τα γνωστά «υπόγεια ρεύματα».


Γράφει ο Εδουάρδος Συρέ στο βιβλίο του Οι Μεγάλοι Μύστες, σημαντικώτατο έργο του σύγχρονου θεοσοφισμού (προλογισμένο δε σε μια ελληνική του έκδοση από τον πασίγνωστο Μασόνο «θεολόγο» Καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών Νικόλαο Λούβαρι): «Φαίνεται ότι στις πρώτες χριστιανικές κοινότητες ο Ιησούς λατρευόταν σαν γυιός της Μαρίας και του Ιωσήφ, αφού ο Ματθαίος μας δίνει το γενεαλογικό δένδρο του Ιωσήφ, για να αποδείξη ότι κατάγεται από το Δαυΐδ. Στο σημείο αυτό χωρίς αμφιβολία, όπως και σε μερικές άλλες γνωστικές αιρέσεις, θεωρούσαν τον Ιησού γυιό του Αιωνίου, όπως το Σαμουήλ αργότερα. Η παράδοσι στην προσπάθειά της ν’ αποδείξη την υπερφυσική καταγωγή του Ιησού ύφανε τον πέπλο της το χρυσό και γαλάζιο, την ιστορία του Ιωσήφ και της Μαρίας, τον Ευαγγελισμό και όλα τα σχετικά με την παιδική ηλικία της Μαρίας στο ναό» [100].


Ο περίφημος Αμερικανός Μασόνος Albert Pike (1809-1891), στο έργο του «Ήθη και Δόγματα του Αρχαίου και Αποδεδεγμένου Σκωτικού Τύπου του Ελευθέρου Τεκτονισμού», επαναλαμβάνει – καταφάσκων – την αντίληψη, ότι ο Ιησούς ήταν γυιός της Μαρίας και του Ιωσήφ και ότι η Μαρία αντιστοιχεί στην Αφροδίτη! [101] [……………….]


ΣΥΝΟΨΗ


[……………….] 6. Κατά την σύμφωνη γνώμη όλης της Εκκλησίας, η αειπαρθενία της Παναγίας, δηλ. η τήρηση της Παρθενίας Της όχι μόνον προ της Γεννήσεως του Χριστού, μετά την Σύλληψη, αλλά και κατά τον τοκετό και μετά από αυτόν, αποτελεί απόδειξη της Θεότητας του Χριστού· διότι μόνον ο Χριστός ως Θεός ήταν δυνατό να συλληφθεί από Παρθένο, να διατηρήσει την της μητρός παρθενία κατά τον τοκετό, αλλά και να προσδιορίσει με το θαύμα της Ενανθρωπήσεώς Του και την υπόλοιπη υπερφυή ζωή της Παναγίας Μητέρας Του. Επίσης, αν ο Χριστός δεν είχε γεννηθεί από παρθένο, δεν θα είχε επιτευχθεί η ανακαίνιση της ανθρωπίνης φύσεως. Κατά συνέπεια, η περί του αντιθέτου υπόνοια, που καλλιεργείται με την εν λόγω απεικόνιση, ότι υπήρξε συζυγική, οικογενειακή σχέση του Μνήστορος με την Παναγία, αποτελεί πόλεμο κατά της Θεότητας του Χριστού και της υποστάσεως της Εκκλησίας, που είναι το Σώμα Του.


7. Ως εκ τούτου η απεικόνιση της «αγίας οικογενείας» παραβιάζει και τον απαράβατο ορθόδοξο όρο της εναρμονίσεως των ιερών Εικόνων με την δογματική διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας, η οποία αποτυπώθηκε στην εικονογραφική παράδοση. Οι περισσσότερες Εικόνες της Παναγίας απεικονίζουν Αυτήν και τον Υιόν και Θεόν Της στην αγκάλη Της. Το ίδιο και η Εικόνα της Πλατυτέρας στους Ναούς, η οποία έχει ειδική και μέγιστη, κατ’ εξοχήν δογματική, σημασία.


8. Στην Αγία Γραφή τονίζεται η ιδιαίτερη σχέση της Θεοτόκου με τον εξ Αυτής γεννηθέντα εκ Πνεύματος Αγίου Χριστόν. Η Παναγία αναφέρεται στην Αγία Γραφή ως «η μήτηρ του Ιησού» και ο Χριστός ως «ο υιός αυτής». Το μήνυμα της απεικονίσεως της «αγίας οικογενείας», είναι εντελώς διαφορετικό και προσβάλλει την ιδιαιτερότητα της σχέσεως της Παρθένου και Θεοτόκου προς τον εξ αυτής Γεννηθέντα, διότι προσθέτει και την μορφή του Μνήστορος Ιωσήφ σε θέση ισότιμου γονέως· συνεπώς η «αγία οικογένεια» αντιφέρεται και προς την Αγία Γραφή.


9. Η επιδεικνυόμενη οικειότητα των εικονιζομένων προσώπων στην «αγία οικογένεια» είναι για τους Χριστιανούς παντελώς ανάξια της αρετής του Μνήστορος Ιωσήφ, αδικεί δε και υπονομεύει το ρόλο του ως ουσιαστικού κηδεμόνα της Θεοτόκου και προστάτη της παρθενίας Της· δυσφημεί βέβαια και προσβάλλει πολύ περισσότερο την παναγιότητα της Θεοτόκου, την πασίγνωστη, παντελή υπέρβαση κάθε σαρκικής κινήσεως ψυχής και σώματος της Θεομήτορος, η οποία είναι η «μόνη αγνή, μόνη ευλογημένη», η «τιμιωτέρα των Χερουβίμ και ενδοξοτέρα ασυγκρίτως των Σεραφίμ» και η Οποία δεν θα ανεχόταν ποτέ κανέναν εναγκαλισμό και καμμία οικειότητα από έναν άνδρα.


10. Ακόμη και αν η εν λόγω απεικόνιση δεν ήταν προβληματική ως προς την προέλευσή της, όμως καθίσταται στο εξής απορριπτέα, ιδιαιτέρως στην εποχή μας. Ο λόγος είναι ότι υποβοηθεί τις, σήμερα ιδιαιτέρως διαδεδομένες, αποκρυφιστικές μυστικές διδασκαλίες της Νέας Εποχής (New Age) για την σημασία της «θηλυκής πλευράς του θεού» και του έρωτα μεταξύ των θεοτήτων, με ιδιαίτερα διαστρεβλωτικές αναφορές των αρχαίων και νεωτέρων αιρετικών, αποκρυφιστών, Μασόνων και Θεοσοφιστών εναντίον της Θεοτόκου Μαρίας και του Μνήστορος Ιωσήφ.


11. Η διάδοση της προβληματικής, αιρετικής αυτής απεικονίσεως της «αγίας οικογενείας» στο πλαίσιο του φαύλου κύκλου αγοραστικής «προσφοράς και ζητήσεως», δεν αθωώνει το συνειρμικό μήνυμα της απεικονίσεως· αντιθέτως, καθιστά περισσότερο επιτακτική την ανάγκη έγκαιρης τοποθετήσεως της επίσημης Εκκλησίας και της ενημερώσεως των πιστών. Η αποδοχή της αποτελεί άμεση προσβολή στο Πρόσωπο της Παναγίας μας και συμβολή στις βλασφημίες των αιρέσεων.

προβληματική.εικόνα.αγίας.οικογένειας«Sophia.Drekou»Aenai-EpAnastasi

7. ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΕΛΟΥΣ

[4]. Μετάφραση από Ομιλία ΝΒ , Κατά την εις τα άγια των αγίων είσοδον της Πανυπεράγνου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου 6, ΕΠΕ 11, 244ε.


[5]. Το ότι η Μασονία αποτελεί την συνέχεια του αρχαίου Γνωστικισμού προκύπτει από τα θετικώτατα περί Γνώσεως (Γνωστικισμού) σχόλια Μασόνων και Θεοσοφιστών συγγραφέων, όπως λ.χ. του Édouard Schuré περί του Γνωστικού Μάνεντος: «Ο χριστιανικός όμως εσωτερισμός δεν συγκροτείται σε γερές βάσεις παρά μονάχα κατά τον τέταρτο αιώνα με τον γεμάτο μυστικοπάθεια και ισχυρό Μανές, τον πατέρα του Μανιχαϊσμού. Ήταν η πρώτη απόπειρα για να εισχωρήσει το εωσφορικό ρεύμα μέσα στο χριστιανικό ρεύμα.


Καμμία θρησκευτική προσωπικότητα δεν παραμορφώθηκε κατά τρόπο τόσο υβριστικό […] Παρ’ όλα αυτά, η μεγάλη του προσωπικότητα άφησε τη σφραγίδα της πάνω στη φανατισμένη οργή που προκάλεσε και στις αδελφότητες που εμπνεύστηκαν από τις θεωρίες του» (Από τη σφίγγα στον Χριστό· η θεία εξέλιξη, μτφρ. Βάρδας Σκληρός, εκδ. «Πύρινος Κόσμος», Αθήνα 1992, σελ. 426 )· επίσης, από τις μελέτες άλλων ανεξάρτητων ερευνητών, ως του Gilles Quispel, ο οποίος στο σύγγραμμά του Η Γνώση ως παγκόσμια θρησκεία (Gnosis als Weltreligion, Origo Verlag, Zürich 1972[2]) επισημαίνει τον γνωστικιστικό χαρακτήρα των αναρίθμητων συγχρόνων μυστικών «κινήσεων», Μασονίας, Ροδοσταύρων κ.α. (σελ. 75: «Wie viele gnostizierende Bewegungen und Sekten es in der Neuzeit seit Jakob Boehme gegeben hat, ist nicht so leicht zu sagen; ihre Namen sind Rosenkreuzerei, Freimaurerei, “Legio”»).


Ο Γνωστικισμός, με την μεταφυσική, οντολογική του διαρχία (ισοστάθμια πάλη καλού Θεού και κακής ύλης, φωτός και σκότους, πρβλ. Κ. ΣΚΟΥΤΕΡΗΣ, Ιστορία δογμάτων, τομ. Α', Αθήνα 1998, σελ.329-334) αποτελεί καθαρώς και εκπεφρασμένως σατανικόν εφεύρημα τόσον, ώστε ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός να αναφωνεί περί των Γνωστικών Μανιχαίων: «Ακούσατε, τι λέγουσιν οι επικατάρατοι Μανιχαίοι, οι εσκοτισμένοι περί το φως, το στόμα του διαβόλου. Λέγουσιν, ότι η ύλη επολέμησε μετά του Θεού και απέσπασε μέρος απ’ αυτού […] Κρείττόν εστιν ιουδαΐσαι και Ιουδαίον αποθανείν ήπερ κοινωνήσαι τοις Μανιχαίοις. Ω από των Μανιχαίων. Ακούσατε δη προς Θεού, ω άνδρες, τι φησιν ο θεόλεστος Μάνης» (Κατά Μανιχαίων 67, PG 94, 1561C.D.). Βεβαίως, στον βαθμό που ο σημερινός Ιουδαϊσμός έχει αποδεχθεί την θεολογική διδασκαλία της Καββαλά, της λευκής του μαγείας, είναι επίσης Γνωστικισμός, όπως άλλωστε είναι και η (αποδεδειγμένως) καββαλο-κεντρική Μασονία, με χαρακτηριστικό εκπρόσωπο τον σατανικό Albert Pike και τους θεοσοφικούς-μασονικούς κύκλους περί την Έλενα Πετρόβνα Μπλαβάτσκυ και τους συνεχιστές της. Περί του μεσαιωνικού ευρωπαϊκού Γνωστικισμού, καθώς και της σχέσεώς του με τις Μυστικές Εταιρείες και τον Προτεσταντισμό βλ. επίσης τα σπουδαία κείμενα Ι.Μ. ΠΑΝΤΟΚΡΑΤΟΡΟΣ ΜΕΛΙΣΣΟΧΩΡΙΟΥ, Γνωστικοί-Γνωστικισμός.


[6]. Συνέβη, σε τοιχογραφία που αναπαριστούσε την εμφάνιση Αγγέλου, να έχει ζωγραφισθεί περιστέρι που τρόμαξε με την αγγελοφάνεια και φτερούγισε μακριά. Τούτο δε, παρά την δογματική αλήθεια ότι το φως δια των οποίων οι Άγγελοι (ως ετερόφωτοι οι ίδιοι) φωταγωγούν αλλήλους (ιεραρχικώς) και τους ανθρώπους είναι το άκτιστον Φως της Θεότητος και ότι το Φως αυτό, το άκτιστο, δεν είναι ορατό παρά μόνο σε κτίσματα νοερά (αγγέλους, ανθρώπους και δαίμονες) και όχι σε ζώα. Αυτό το γεγονός δεικνύει την ανάγκη της θεολογικής αρτιότητας του εικονογράφου η τουλάχιστον της πιστής κατακολουθήσεως των παραδεδομένων εικονιστικών προτύπων. Βλ. ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ, Αντιρρητικός προς Ακίνδυνον 6, 9,21 («Αλλά και τη προς Θεόν νεύσει και υπουργία το φως τούτ’ έχοντες οι άγγελοι, παριστάσι μη μόνον ουκ είναι φύσιν αυτοίς τουτί το φως, αλλ’ ουδέ φυσικώς αυτοίς προσείναι») και Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 1,3,27 («Ει ζώον άλογον ετύγχανε τότε παρόν επί του όρους, άρ’ αν ήσθετο του τον ήλιον υπερλάμψαντος εκείνου φέγγους; Ουκ έγωγε οίμαι· και γαρ ουδέ της περιλαμψάσης δόξης Κυρίου τους ποιμένας επί τη του Χριστού γεννήσει αισθέσθαι γέγραπται τα ποίμνια»). Π.Κ. ΧΡΗΣΤΟΥ, Γρηγορίου του Παλαμά Συγγράμματα, τομ. Γ', Θεσσαλονίκη 1970, σελ. 399 και τομ. Α , Θεσσαλονίκη 1988, σελ. 438 – αντιστοίχως.


[7]. Εκδ. Πατριαρχικόν Ίδρυμα Πατερικών Μελετών, Θεσσαλονίκη 1972.

[8]. H. LECLERCQ, «Famille (Sainte)» εν F. CABROL-H. LECLERCQ, Dictionnaire d’Archéologie Chrétienne et de Liturgie, tome 5 (première partie), Paris 1922, 1102-1107.
[9]. Κ. ΚΑΛΟΚΥΡΗΣ, «Η Θεοτόκος εις την εικονογραφίαν της Ανατολής και της Δύσεως, εκδ. Πατριαρχικόν Ίδρυμα Πατερικών Μελετών, Θεσσαλονίκη 1972, σελ. 85.
[10]. H. LECLERCQ, ενθ’ ανωτ., 1103· «La fresque du cimetière de Domitille a changé d’interprétation; elle est redevenue ce qu’elle a été dès l’origine; la représentation d’une famille chrétienne et c’est le P. Garrucci lui-même qui, dans son Histoire de l’art chrétien, a reconnu que les saintes familles sont toutes modernes».
[11]. H. LECLERCQ, ενθ’ ανωτ., 1102ε. «L’imagerie catholique, en prenant la succession de l’iconographie chrétienne, a altéré un certain nombre de symboles et de types vénérables auxquels elle en a substitué d’autres réputés plus édifiants! […] L’imagination italienne poussa plus loin ses ravages, elle prétendit découvrir dans l’antiquité des modèles aux types qu’elle voulait accréditer: ce fut ainsi qu’on vit sortir des catacombes la “sainte famille”».
[………………]
[77]. Βλ. το κείμενο του Αγίου Επιφανίου Κύπρου (από το Πανάριον) και τα λοιπά κείμενα τα παρατιθέμενα στο ΑΓΙΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ Ο ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Ερωτήσεις και Αποκρίσεις 153 PG 89, 812Β.C, αλλά και την αμέσως ακόλουθη παραπομπή.
[78]. ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ ΚΑΙ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΣ, Περί του Βίου της Υπεραγίας Θεοτόκου 7 PG 120, 196Α.
[79]. «Όλος επαφή τη θεία πανεύφημε, καθαγιασθείς ψυχή και σώματι, μεταβέβηκας προς άΰλους μονάς». Εκ της ως άνω ακολουθίας (ευρισκομένης στο Μηναίο του Δεκεμβρίου, μετά τις 26), αντιστοίχως στο 2ο κεκραγάριο του Εσπερινού, στο 1ο τροπάριο της α ᾠδῆς, το 1ο της δ ᾠδῆς, το 2ο της γ καὶ το 2ο και 3ο της στ .
[80]. Βλ. περί της σχετικής απεικονίσεως και παραδόσεως, Κ. ΚΑΛΟΚΥΡΗΣ, ενθ’ ανωτ., σελ. 109-111.
[81]. Θεοτοκίον των καθισμάτων της α στιχολογίας του Όρθρου της Κυριακής του δ ἤχου.
[82]. Έκδοσις ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως 14 (87) PG 94, 1160B· «Η δε μνηστεία, φυλακή τε της Παρθένου υπήρχε, και του τας παρθένους επιτηρούντος αποβουκόλημα».
[83]. ΙΩ. ΟΡ. ΚΑΛΟΓΗΡΟΥ, ενθ’ ανωτ., σελ. 116ε. Βλ. τις σχετικές θεολογικές γνώμες στο εξαίρετο αυτό έργο.
Υπάρχει και ο ισχυρισμός ότι ο Μνήστωρ Ιωσήφ δεν ήταν χήρος, αλλά δια βίου παρθενεύων: ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΒΟΥΛΓΑΡΙΣ, Θεολογικόν, τύποις του Χρόνου, Βενετία 1872, σελ. 503· «Οι μεν φασι τον Ιωσήφ χηρεύσαντα μνηστευθήναι τη παρθένω· τους δε εκ της προτέρας γαμετής υιούς αυτώ γεγονότας αδελφούς του Κυρίου καλείσθαι· τοις δε, μάλλον εναλήθως έοικεν έχον τον Ιωσήφ δια βίου παντός παρθενίαν ασκήσαι».
[84]. Μετάφραση από Εις το κατά Ματθαίον 5,3 PG 57, 58.
[85]. Ο 11ος ι. Κανών του Αγίου Ιωάννου του Νηστευτού προσδιορίζει το θεραπευτικό κανόνα που λαμβάνει «η εις ασπασμούς ανδρός ελθούσα και επαφάς, μη μέντοι διαφθαρείσα». Βεβαίως, αυτά δεν ισχύουν για τις εγγάμους, αλλ’ η Παναγία μας δεν ήταν ούτε έγγαμος. Η εν λόγω απεικόνιση ανατρέπει τα αυτονόητα. ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Πηδάλιον, εκδ. «Αστήρ», Αθήναι 1990, σελ. 706.
[86]. Διδασκαλία Δ – Περί θείου φόβου 54, ΑΒΒΑΣ ΔΩΡΟΘΕΟΣ, Έργα Ασκητικά, εκδ. «Ετοιμασία», Καρέας 1993, σελ. 156 (PG 88, 1665D-1668A).
[87]. ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ, Επιστολή προς Ιορδάνην Αρχιμανδρίτην περί του Τρισαγίου Ύμνου 3, PG 95,28B.
[88]. ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ, Ομιλία ΙΔ – Εις τον Ευαγγελισμόν της πανυπεράγνου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας PG 151, 172B.C· «… κυρίως γαρ ούσα φερωνύμως παρθένος, πάσαν είχε την της αγνείας παντελή παγκτησίαν, παρθένος ούσα και το σώμα και την ψυχήν, και τας της ψυχής δυνάμεις και τας του σώματος αισθήσεις πάσας μολυσμού παντός υπερανωκισμένας πλουτούσα».
[………………]
[97]. Π.Κ. ΧΡΗΣΤΟΥ, Ελληνική Πατρολογία, τομ. Γ, εκδ. «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1987, σελ. 121.123.
[98]. Περί αιρέσεων 80, PG 94, 732Α.Β.· «ιγ. Ότι φύσει τα κακά. ιδ. Ότι και προ της παραβάσεως απαθώς εκοινώνησεν ο Αδάμ τη Εύα. ιε. Ότι σπέρμα και Λόγος έπεσεν εις Μαρίαν. ιστ. Ότι δύο δει κτήσασθαι τον άνθρωπον ψυχάς, φασί· μίαν την κοινήν ανθρώποις και μίαν την επουράνιον» κ.α. Αυτά ας τα βλέπουν και όσοι σύγχρονοι θεολόγοι διδάσκουν ότι ο γάμος ήταν προπτωτική πραγματικότητα.
[99]. Όπως ερμηνεύει ομοφώνως η Εκκλησία την παιδική αθωότητα των Προπατόρων Αδάμ και Εύας (Γεν. 2, 25), και τη μείξη τους μόνον συνεπεία της πτώσεως (Γεν. 4,1). Η εκ των προτέρων διάκριση του ανθρώπου σε άρρεν και θήλυ ήταν οικονομία Θεού, κατά την εκκλησιαστική ερμηνεία, ώστε σε περίπτωση παρακοής, όπως και έγινε, να μη μείνει χωρίς διαδοχή το ανθρώπινο γένος.
[100]. ΕΔΟΥΑΡΔΟΣ ΣΥΡΕ, Οι Μεγάλοι Μύστες· εισαγωγή στην απόκρυφη διδασκαλία των θρησκειών, μτφρ. Ε. Ανδρουλιδάκη, εκδ. «Ενωμένοι Εκδότες», Αθήναι α.χ., σελ. 376.
[101]. ALBERT B. PIKE, Morals and Dogmas of the Ancient and Accepted Scottish Rite of Freemasonry, Charleston, A.M. 5641, σελ. 564· «Paul of Samosata taught that Jesus Christ was the Son of Joseph and Mary» και σελ. 296· «It is the Statue of Olympian Jove, worshipped as the Father, in the Christian Church that was a Pagan Temple; it is the Statue of Venus, become the Virgin Mary».[4]

7. Παραπομπές

[1] Εργασία της Σοφίας Ντρέκου για την αέναη επΑνάσταση
[2] πρωτοπρεσβύτερος Παντελεήμων Κρούσκος, Θεολόγος, Εφημέριος Ι. Μητρ. Ναού Σωτήρος Χριστού Καλύμνου, http://iereasanatolikisekklisias.blogspot.gr/2013/09/blog-post_30.html[3] Βίντεο από το YouTube, εταιρεία της Google
[4] (αποσπάσματα) Η αιρετική απεικόνιση της «αγίας οικογενείας». Ἀπό τό βιβλίο τοῦ Μοναχοῦ Σεραφείμ «Ἡ αἱρετική ἀπεικόνιση τῆς «ἁγίας οἰκογενείας». Γιατί είναι ξένη και απόβλητη». 
[5] Πηγή/Επιμέλεια: www.sophia-ntrekou.gr / αέναη επΑνάσταση

Δείτε και...


προβληματική.εικόνα.αγίας.οικογένειας«Sophia.Drekou»Aenai-EpAnastasi