Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χρώμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χρώμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 20 Ιουλίου 2014

Το Χρώμα σαν θεωρία




Στην θεωρία της Οπτικής, τα τρία "Βασικά" χρώματα, κόκκινο, μπλε και κίτρινο, στην "καθαρή" τους μορφή, αναμιγνυόμενα ανά δύο, μας δίνουν όλα τα υπόλοιπα, δηλαδή το μωβ, το πράσινο και το πορτοκαλί, καθώς και τις ενδιάμεσες αποχρώσεις τους, ενώ αν αναμιχθούν όλα μαζί πειραματικά, ("Δίσκος του Νεύτωνος") μας δίνουν το λευκό. 


Ο Δίσκος του Νεύτωνος

Το ίδιο το λευκό φως, αν αναλυθεί μέσα από πρίσμα, μας δίνει όλες αυτές τις αποχρώσεις, δηλαδή το "ουράνιο τόξο".


Η ανάλυση του λευκού φωτός

Οι αντιθέσεις των χρωμάτων

Στο σχήμα που παρουσιάζουμε, οι απόλυτες χρωματικές αντιθέσεις υπάρχουν μεταξύ των χρωμάτων που είναι διαμετρικά τοποθετημένα, και αποκαλούνται "συμπληρωματικά", ενώ τα χρώματα που πλησιάζουν μεταξύ τους στο σχήμα, δημιουργούν ηπιότερες αντιθέσεις.

Στην ζωγραφική, μεταξύ μεγάλων χρωματικών επιφανειών χρησιμοποιούμε τις ήπιες αντιθέσεις, ενώ αν θέλουμε να παρατάξουμε συμπληρωματικά χρώματα, ένα από αυτά πρέπει να καταλαμβάνει λίγο χώρο, ώστε να τονίζει το άλλο.

Αν δυο συμπληρωματικά (δηλαδή αντίθετα) χρώματα καταλάβουν παρόμοια σε έκταση σχήματα και βρεθούν δίπλα, εξουδετερώνονται, δημιουργώντας άσχημη εντύπωση.

Άλλου τύπου αντίθεση είναι αυτή των θερμών με τα ψυχρά χρώματα. Στον κύκλο που παρουσιάζουμε, το απόλυτα θερμό χρώμα είναι το κόκκινο, ενώ το απόλυτα ψυχρό είναι το μπλε.

Έτσι όσα βρίσκονται στην αντίθετη πλευρά κάθε ενός από αυτά τα δυο χρώματα στον κύκλο, είναι το αντίθετό τους: Ψυχρά όσα είναι απέναντι στο κόκκινο, θερμά όσα είναι απέναντι στο μπλε, και φυσικά, οι ενδιάμεσες καταστάσεις.

Θερμές και ψυχρές αποχρώσεις υπάρχουν μέσα σε κάθε χρώμα. Το κόκκινο, ας πούμε, αν και θερμό χρώμα έχει και ψυχρότερες αποχρώσεις. Το ίδιο συμβαίνει και με τα υπόλοιπα χρώματα.

Αλλά και σε μια επιφάνεια ενιαίου χρώματος, όπως φωτίζεται, τα σκιερά και τα σκοτεινά μέρη δεν αλλάζουν μόνο τόνο, αλλά και χρώμα! Γίνονται πιο ψυχρά ή πιο θερμά. Και συχνά, μέσα στην ενιαία αυτή επιφάνεια, αντανακλώνται ή εμφανίζονται μικρά σημεία συμπληρωματικού χρώματος.

Κάθε έργο τέχνης πρέπει να έχει ενότητα για να ισορροπεί, και αντιθέσεις για να είναι ζωντανό. Στο επίπεδο του χρώματος, η αντίθεση θερμών-ψυχρών χρωμάτων καθώς και αυτή των συμπληρωματικών, μας βοηθούν σε αυτόν το στόχο.

Εδώ πρέπει να κατανοηθεί, επιτέλους, πως ένα χρώμα δεν υπάρχει αυτόνομα, αλλά σε επίδραση και σχέση με τα διπλανά του. Αν εξαιρέσουμε ακραίες περιπτώσεις, κανένα χρώμα στη φύση δεν εμφανίζεται μόνο του αλλά πάντα σε συνδυασμό με άλλα.

Η πρακτική

Ωραία η οπτική επιστήμη αλλά δεν βλέπουμε πουθενά το... καφέ...

Δεν βλέπουμε πουθενά και το μαύρο, που θεωρητικά είναι η παντελής απουσία του φωτός και η έκφραση... απαισιόδοξων καταστάσεων.

Και όμως το μαύρο είναι ένα από τα σημαντικότερα χρώματα στην ζωγραφική, και κύρια... είναι χρώμα!!!

Πρακτικά λοιπόν, η θεωρία των συμπληρωματικών χρωμάτων, καθώς και αυτή των θερμών-ψυχρών, με λίγη εξάσκηση, είναι μεγάλο βοήθημα για τον εικαστικό, αλλά τα υπόλοιπα είναι πιο πολύ ανεφάρμοστα.

Αλλο είναι η πειραματική ανάμιξη των χρωμάτων στο επίπεδο της Φυσικής, και άλλο η ανάμιξη διάφορων χρωστικών υλών στην παλέτα του ζωγράφου.

Και, επιτέλους, ουδείς πρέπει να ενδιαφέρεται για το πως δείχνει ένα χρώμα στην παλέτα, αλλά για το πως δείχνει πάνω στο έργο. Εκεί δοκιμάζονται τα χρώματα.

Κάθε χρωστική ύλη έχει άλλη καλυπτικότητα και άλλες χημικές και φυσικές ιδιότητες (πχ διαφάνεια, λάμψη κλπ) ώστε η ανάμιξή τους να μην ανταποκρίνεται πάντα στα δεδομένα του κύκλου που εμφανίσαμε πιο πάνω.
Και, ας μην ξεχνάμε την πανταχού παρούσα επίδραση της επιφάνειας όπου ζωγραφίζουμε, και γενικότερα, του εκάστοτε υποστρώματος.

Έτσι, αν αναμίξουμε άσπρο και μαύρο, δεν θα έχουμε γκρι, αλλά ένα γαλαζωπό ή ελαφρά ιώδες χρώμα. Για να γίνει... γκρι, πρέπει να προσθέσουμε λίγη ώχρα... Αν δε το μαύρο είναι δυνατό (συνήθως είναι) θα χρειαστεί ελάχιστο στο μείγμα, αλλιώς θα μας βγει... μαύρο.

Αν αναμίξουμε κόκκινο και άσπρο δεν θα βγει ροζ, αλλά ένα πολύ ωραίο θερμό μωβ! Για να επιτύχουμε το ροζ, χρειάζεται να προσθέσουμε και κίτρινο!

Άλλη απόχρωση θα πάρουμε αναμιγνύοντας κίτρινο και κόκκινο =πορτοκαλί, και άλλη θα πάρουμε αν περάσουμε ένα διαφανές στρώμα κόκκινου πάνω στο κίτρινο, και θα είναι πάντα διαφορετική ανάλογα με τον τύπο της χρωστικής ύλης που χρησιμοποιείται. 

Αλά και το ίδιο το χρώμα, αλλάζει απόχρωση ανάλογα με το πόσο αραιό χρησιμοποιείται: Άλλα γίνονται πιο ψυχρά, και άλλα πιο θερμά όταν αραιώνονται, και άλλα αλλάζουν απόχρωση: Η ψημένη σιέννα (κάτι σαν κεραμιδί) κιτρινίζει όταν περνιέται αραιωμένη, ενώ το καθεαυτό κεραμιδί μωβίζει.

Τα παραδείγματα και οι συνδυασμοί είναι άπειροι, και ο κάθε εικαστικός οφείλει να πειραματιστεί σε όλα αυτά.

Ιδού όσα συνάθροισα από τις φτωχές μου γνώσεις.

Δημήτρης Σκουρτέλης

Δες επίσης και εδώ: 


Κυριακή 22 Ιουνίου 2014

Το χρώμα ως υλικό



Εδώ, χρησιμοποιούμε την λέξη “χρώμα” με την έννοια “μπογιά” αναλύοντάς το σαν υλικό και όχι σαν οπτική ή εικαστική θεωρία.

Οποιοδήποτε χρώμα αποτελείται από την μίξη δύο υλικών. Την χρωστική ύλη, που δίνει τον χρωματισμό, και το συνδετικό υλικό, συνήθως διαφανές ή με ασθενή απόχρωση, που στεγνώνοντας στερεοποιείται και σταθεροποιεί την χρωστική ύλη.



Οι χρωστικές ύλες

Είναι αδρανή υλικά που έχουν από μόνα τους ισχυρή απόχρωση (φυσικά χρώματα) ή προέρχονται από χημική κατεργασία. Είναι συνήθως οξείδια μετάλλων. Το γνωστό μας “κεραμιδί”, παραδείγματος χάριν, προέρχεται από την σκουριά του σίδερου. Μερικά βρίσκονται αυτούσια ως χώμα, ειδικά η Σιέννα και η Όμπρα ή ο Βώλος της Σινώπης.

Αυτά τα υλικά πρέπει να έχουν τριφτεί καλά ώστε να γίνονται όσο πιο λεπτόκοκκα γίνεται. Έτσι αποκτούν διεισδυτικότητα, καλυπτικότητα, και ενώνονται ευκολότερα με το συνδετικό υλικό. Χαρακτηριστικά, ένα παλιός μάστορας, ο Τσενίνι, γράφει: “Δεν μπορείς να τρίψεις πολύ ένα χρώμα”

Το τρίψιμο των χρωμάτων

Σήμερα η βιομηχανία παράγει τεχνητά τις περισσότερες χρωστικές ουσίες, που εγγυάται ως πειραματικά δοκιμασμένες. Πάντως, το ότι ένα χρώμα είναι φυσικής προέλευσης, δεν σημαίνει πάντα καλή ποιότητα. Ο καλλιτέχνης πρέπει υποχρεωτικά να κάνει αρκετές δοκιμές και να μην επαφίεται στις εγγυήσεις κάθε εργοστασίου. Συνήθως, κάθε εργοστάσιο έχει και ένα-δύο χρωστικά υλικά που δεν είναι καλής ποιότητας.

Μερικές χρωστικές ύλες έχουν χημικές ιδιότητες που επιταχύνουν το στέγνωμα, πράγμα που δημιουργεί ανομοιομορφίες στην εκτέλεση του έργου. Άλλες είναι ιδιαίτερα διαφανείς και άλλες ιδιαίτερα καλυπτικές. Μερικές χρωστικές αντιδρούν χημικά μεταξύ τους δημιουργώντας τεράστια προβλήματα. Όλα αυτά λύνονται με πειραματισμούς, και αργά η γρήγορα κάθε εικαστικός θα καταλήξει σε μια ομάδα χρωστικών που του ταιριάζουν, αλλά και μπορούν να συνδεθούν μεταξύ τους.

Το να δώσουμε εδώ κατάλογο των χρωστικών υλών είναι μάταιο και χρονοβόρο. Θα πρέπει να αναζητήσετε ειδικές εκδόσεις, που όμως λίγο θα σας διαφωτίσουν. Όπως είπαμε, κανονικά ο καλλιτέχνης πρέπει να κάνει επιλογή κατόπιν πειραμάτων.


Τα συνδετικά υλικά

Είναι ουσίες που θα τις αποκαλούσαμε και κόλλες, που αναμιγνύονται με τις χρωστικές ύλες και τους προσθέτουν δυο ιδιότητες.

Πρώτον, τις τυλίγουν με το σώμα τους και τις στερεώνουν, προστατεύοντάς τις ταυτόχρονα, δημιουργώντας αυτό που αποκαλούμε πλέον “μπογιά” ή “χρώμα” και

Δεύτερον, κάνουν το υλικό που έχει προκύψει να προσκολληθεί στην επιφάνεια την οποία προορίζεται να χρωματίσει.

Τα συνδετικά υλικά χωρίζονται σε δυο κατηγορίες: Τα υδατοδιαλυτά και τα λάδια.



Υδατοδιαλυτά υλικά.

Την προβιομηχανική εποχή το βασικό υδατοδιαλυτό συνδετικό υλικό ήταν το αυγό ή ακόμη διάφορες κόλλες που προέρχονταν από φυτά (π.χ. Αραβικό κόμμι) ή και ζώα (π.χ. πολύ αραιωμένη κόλλα από πετσιά η καζεΐνη, που προέρχεται από το γάλα) ή και ανόργανα υλικά (όπως είναι ο υδρύαλος, αν και αυτός δεν έχει μεγάλη χρήση)

Μερικά από αυτά μπορούν να συνδυαστούν και μεταξύ τους, αλλά και με ελαιώδη υλικά δημιουργώντας τα λεγόμενα γαλακτώματα, τα οποία εξακολουθούν να είναι υδατοδιαλυτά αν και περιέχουν έλαια. Τέτοια γαλακτώματα είναι και τα σύγχρονα βιομηχανικά πλαστικά και ακρυλικά χρώματα. Στα ελαιώδη υλικά που προστίθενται, συνήθως αναμιγνύονται και βερνίκια, δηλαδή ρητίνες, ρετσίνια, είτε φυσικά είτε τεχνητά. Το κλασικό και παραδοσιακό ρετσίνι είναι η μαστίχα Χίου, που χρησιμοποιείται και στα ελαιοχρώματα σαν πρόσθετο.

Τα υδατοδιαλυτά υλικά, τα οποία αποκαλούμε για συντομία με την ξένη λέξη “τέμπερες” στεγνώνουν με την εξάτμιση του νερού που περιέχουν, αφήνοντας ένα στερεό υλικό που σταθεροποιείται αμέσως, αν και συνεχίζουν να στερεοποιούνται περισσότερο όσο περνά ο χρόνος.
Επειδή δε έχουν συνήθως ισχυρή κολλητική δύναμη, πρέπει τα κάτω στρώματα να περιέχουν περισσότερο συνδετικό υλικό από τα επάνω, αλλιώς τα επάνω στρώματα “σηκώνουν” τα κάτω.

Ειδική φροντίδα πρέπει να παρθεί για το πρώτο στρώμα, γιατί η επιφάνεια την οποία χρωματίζουμε απορροφά ένα μέρος του συνδετικού υλικού αφήνοντας το χρώμα χωρίς αρκετή σύνδεση, ενώ τα επόμενα στρώματα έχοντας όλη την κόλλα τους, το κάνουν να ανασηκωθεί.

Το βλέπουμε όλοι στους τοίχους των σπιτιών μας όπου ο μπογιατζής δεν πήρε τα εξής μέτρα: Ή τον εμπλουτισμό του πρώτου χεριού με περισσότερο συνδετικό υλικό, ή (καλύτερα) το “αστάρωμα” δηλαδή τον εμποτισμό της επιφάνειας με αραιό συνδετικό υλικό ώστε να μην απορροφήσει το συνδετικό υλικό του χρώματος. Αυτό πρέπει να κάνει και ο εικαστικός.



Τα λιπαρά συνδετικά υλικά.

Τα αποκαλούμενα “λάδια” των οποίων βασιλιάς είναι το λινέλαιο, αν και παράγονται και από άλλα φυτά. Αλλοτε χρησιμοποιούνται “ωμά” και άλλοτε “ψημένα”, δηλαδή θερμασμένα για πολύ ώρα ώστε να απορροφήσουν οξυγόνο και να πάρουν ιδιότητες που προσομοιάζουν στα βερνίκια.

Διότι τα λάδια, δεν στεγνώνουν με εξάτμιση, αλλά με απορρόφηση οξυγόνου, με το οποίο αντιδρούν χημικά και στερεοποιούνται. Πολλά ελαιοχρώματα παρασκευάζονται με προσθήκη βερνικιών, ειδικά και παραδοσιακά, της Μαστίχας Χίου, ή σήμερα, τεχνητών ρητινών.

Λόγω του τρόπου στεγνώματος, στα λάδια ισχύει ο κανόνας “λιπαρό πάνω σε ξηρό” ώστε να μπορούν τα διάφορα στρώματα να στεγνώνουν ομοιόμορφα και να μην δημιουργούνται σκασίματα και “σηκώματα”.

Το μεγάλο μειονέκτημα του ελαιοχρώματος είναι το προοδευτικό του σκοτείνιασμα και κιτρίνισμα, που καταστρέφει τα έργα που έχουν γίνει χωρίς γνώση, αλλά χαρίζει αυτήν την απίθανη απαλή χροιά στα έργα των παλιών μαστόρων, που τα βελτιώνει με τον χρόνο...

Μια που το θέμα του ιστότοπου είναι η Βυζαντινή αγιογραφία, δεν θα επεκταθούμε περισσότερο στον τομέα των ελαιοχρωμάτων.

Αυτά που μας ενδιαφέρουν είναι τα βερνίκια, τα οποία παραδοσιακά συνίστανται από ψημένο λινέλαιο και βερνίκι μαστίχας, και σήμερα αντικαθίστανται από τεχνητά, και η λεγόμενη “Μιξιόν”, ένα βερνίκι αργού στεγνώματος που χρησιμεύει στο χρύσωμα.



Η επιφάνεια που χρωματίζεται

Οποιοδήποτε χρώμα δεν μπορεί να σταθεί χωρίς την επιφάνεια που χρωματίζει, και το τελικό αποτέλεσμα εξαρτάται από την αλληλεπίδρασή του με αυτήν. Ήδη αναφερθήκαμε παραπάνω σε αυτήν την σχέση, καθώς και στο κεφάλαιο περί σχεδίου. Φυσικά θα χρειαστεί και ειδικό κεφάλαιο για το οποίο επιφυλάσσομαι.

Δημήτρης Σκουρτέλης